_Γιούλη: Λοιπόν, είναι μια συνέντευξη...
Το θέμα μας είναι το τραγούδι. Αιμιλία, πες μου πρώτα πoιο
είναι το πρώτο τραγούδι που θυμάσαι από παιδί;
_Αιμιλία: Μια ωραία πεταλούδα
_Γιούλη: Πώς πάει αυτό;
_Αιμιλία: (τραγουδάει) Μια ωραία πεταλούδα
_Γιούλη: Τι σου θυμίζει;
_Αιμιλία: Τα παιδικά μου χρόνια
_Γιούλη: Είναι ευχάριστες αναμνήσεις, είναι δυσάρεστες
αναμνήσεις;
_Αιμιλία: Ααα, ευχάριστες
_Γιούλη: Γιατί ευχάριστες;
_Αιμιλία: Γιατί είχα πολύ ευχάριστα, πολύ ωραία χρόνια
παιδικά, για μια εποχή βέβαια, κάποια
χρόνια, όταν ήταν ο μπαμπάς στο σπίτι.
_Γιούλη: Μ,χ!
_Αιμιλία: Μετά τα πράγματα αλλάξανε
_Γιούλη: Μετά χάλασε η πεταλούδα, ε;
_Αιμιλία: Ύστερα, με είχεεε, με είχε έτσι κεντρίσει το ενδιαφέρον για το
τραγούδι, για το χορό, ήταν σε μία
παράσταση που μας πήγε ο μπαμπάς μου, ταααα, τις αδερφέςςς πώς τις λένε,
_Γιούλη: Καλουτά;
_Αιμιλία: Όχι Καλουτά, απ’ την άλλη... την αιώνια νέα, ...
καλέ αυτή με τα ωραία πόδια, με τη ...
_Γιούλη: Σαπουντζάκη
_Αιμιλία: Τη Σαπουντζάκη, ναι
_Γιούλη: Ναι, ε;
_Αιμιλία: Ναι
_Γιούλη: Θυμάσαι τι τραγούδι έλεγε;
_Αιμιλία: Εεεε, δε θυμάμαι τα τραγούδια, αλλά μου είχε κάνει
εντύπωση, το παρουσιαστικό της θυμάμαι εκείνη...
_Γιούλη: ναι
_Αιμιλία: Ήταν εξωτικό
_Γιούλη: Εσύ Θανάση θυμάσαι τραγούδια από τα παιδικά σου
χρόνια;
_Αιμιλία: Δε σ΄ακούει
_Γιούλη: Θυμάσαι τραγούδια από τα παιδικά σου χρόνια;
-Θανάσης: Όχι γιατί, τα παιδικά μου χρόνια, μ’ είχανε
στιγματίσει με το να χάσω τη μητέρα μου όταν ήμουν 8 χρονών.
_Γιούλη: Αχά...
-Θανάσης: Αυτό με πόνεσε πάρα πολύ, έμεινα 8 χρονών εγώ, 6
χρονών ο αδερφός μου, ορφανά παιδιά μες την Κατοχή, το 40, μόλις άρχιζε ο
πόλεμος. τώρα...
_Γιούλη: Τι τραγούδια, ε;
-Θανάσης: Τι τραγούδια, να κλαίω τη μοίρα μου;
_Γιούλη: Έλα ντε, ναι, μάλιστα, αυτό είναι το πρώτο τραγούδι
που θυμάστε. Εε, σήμε... να πάμε λίγο μετά, έτσι
_Αιμιλία:
Ναι, όταν είχα τελειώσει το δημοτικό και ήμουν στο ορφανοτροφείο, επειδή είχα
ωραία φωνή, συνήθως με βγάζανε... στις γιορτές ...να τραγουδήσω. Και θυμάμαι
ένα πολύ ωραίο τραγούδι που έλεγα, αλλά δεν μπορώ να το τραγουδήσω, δε μου
βγαίνει.
(απαγγέλλει)
Έρχεται η ψαρόβαρκα χρυσοστολισμένη
(επιχειρεί
να το τραγουδήσει) έβγαινε ... στη διαπασών η φωνή, χρυσοστολισμένη,
έρχεται
ασημοστόλιστη, ξέρω εγώ...
Ε, αυτό
θυμάμαι. Αργότερα περάσαμε στα τραγούδια της εποχής μας, όταν έγινα κοπελίτσα
_Γιούλη: Ποια τραγούδια ήταν τότε; που αγαπούσες...Τότε που
αγάπησες και το Σάκη;
_Αιμιλία: Και πιο μπροστά, μπορεί να αγάπησα κάποιον άλλον
_Γιούλη: Ωωωωω! Δηλώσεις! (γελάκια) Για λέγε
_Αιμιλία: Να λέμε και να λέμε και τις αλήθειες. Εεε. Είδα τη
Νάνα Μούσχουρη, γινότανε το φεστιβάλ
τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη και μαθαίναμε... Τι να θυμηθώ;
Θυμάμαι τότε που μ’ άρεζε πάρα πολύ η Νάνα Μούσχουρη που έλεγε
το Αθήνα Αθήνα.
(προσπαθεί να τραγουδήσει / τη βοηθάω)
Ήτανε αυτό πάλι για την Αθήνα... α, ξεχνάω κι όλας να πάρει η
ευχή, για να το θυμηθώ τώρα, εσύ γράφεις
και πάει τζάμπα,
_Γιούλη: Δεν πειράζει
_Αιμιλία: Πώς το έλεγαν
_Γιούλη: Χαρά της γης και της αυγής
_Αιμιλία: Όχι αυτό, αυτό ήταν το πρώτο... πιο παλιό...
ήτανε...
_Γιούλη: Μήπως αυτά τα τραγούδια του κρασιού; Με την Πλάκα και
μ’ αυτά;
_Αιμιλία: Για την Πλάκα έλεγε, τον Παρθενώνα... δεν θα το
θυμηθώ
_Γιούλη: (τραγουδά) κολόνα κολόνα,
_Αιμιλία: Ακριβώς αυτό!
(τραγουδά) και μεθυσμένοι πηγαίνουνε στον Παρθενώνα
Ααααα ο Υμητός λέει με κέφι στην Πεντέλη
ααααα λέει η ρετσίνα στο βαρέλι
Και επειδή είχε πολύ ωραίο ρυθμό, έτσι σε... λικνιστικό το
τραγουδούσα πάντοτε και το χόρευα κιόλας. Αργότερα που παντρεύτηκα και
πηγαίναμε έτσι σε χορούς και τα λοιπά, μ΄άρεσε να χορεύω ζεϊμπέκικο και το
αγαπημένο μου τραγούδι ήτανε (τραγουδάει) Αλήτη μου πες μια βραδιά
χωρίς καμιά αιτία
μα του αλήτη η καρδιά
δε σου κρατάει κακία.
Πάρα πολύ αγαπημένο μου τραγούδι το τραγούδι αυτό και το
χόρευα πάρα πολύ ζεϊμπέκικο. Και μάλιστα... η παρέα μου... ήτανε καταγεγραμμένο
για μένα αυτό το τραγούδι. Έτσι πολλές φορές που πηγαίναμε σε μαγαζί πολλές φορές
το παραγγέλναμε για να σκωθώ να το χορέψω. Όλοι μ’ αυτό το τραγούδι με θυμούνται. Και
τώρα, καμιά φορά τελευταία επιθυμία μου είναι όταν πεθάνω, πρώτα να μη φορέσετε
μαύρα, τελευταία μου επιθυμία είναι, να φορέσετε ότι πιο χαρωπό και χρωματιστό
και θα βάλετε και το μαγνητόφωνο να τραγουδάει τον αλήτη μου πες μια βραδιά
και...
_Γιούλη: (Γέλια) Πάρα πολύ ωραία...
_Αιμιλία: Και ένα
αυτό, λέω, θέλω, επειδή αγαπώ και την κλασική μουσική, θέλω το τρίτο μέρος από
την ενάτη του Μπετόβεν. Αυτά τα δύο τα κομμάτια θέλω να μου βάλετε. Εντελώς ...
ασυμβίβαστα, αλλά τι να κάνουμε... αυτά αγαπάω, αυτά τα δύο θέλω και χρωματιστά
ρούχα.
Κι άμα στήσετε και κάνα χορό, δε θάλεγα όχι (γελάκια)
_Γιούλη: Υπάρχει κανένα τραγούδι που στιγμάτισε τη ζωή σου;
_Αιμιλία: Που
στιγμάτισε τη ζωή μου... έτσι... όχι! Α, ένα τραγούδι, θα σου πω τώρα. Κάποτε
δούλευα εεε, ταξιθέτρια κι έκανα και τα πρωινά ρεπό κι αυτά σ’ ένα
κινηματογράφο. Συνοικιακό. Αυτός ο
κινηματογράφος, έβγαζε κάτι παραστάσεις με νούμερα και τέτοια. Εγώ τώρα στα παρασκήνια κουνιόμουν, λυγιόμουν
και τραγουδούσα, ε με βλέπει ο υπεύθυνος και λέει γιατί δε βγαίνεις να πεις κι
εσύ ένα τραγούδι; Ε, λέω, να βγω. Να βγω, λέω, να πω κι εγώ ένα τραγούδι. Ποιο
τραγούδι θα πεις; Σκέφτηκα, σκέφτηκα, λέω... Τώρα γιατί με στιγμάτισε... γιατί
έχει κι αυτή την ιστορία από πίσω.
_Γιούλη: Ναι, βέβαια
_Αιμιλία: Λέω, τι
τραγούδι να πω; Σκέφτηκα εγώ, σκέφτηκα ένα τραγούδι που... ποιος τόξερε... Έλεγε,
το τραγούδι: (τραγουδάει)
Απόψε τα μεσάνυχτα σκάσ’ το απ’ τη μαμά
κι έλα να πάμε κούκλα μου μαζί στο σινεμά
Ο Τέιλορ ο Ρόμπερτ και η Βιβιενή Ρομάνς
ερωτικά μαθήματα θα παίρνουν από μας
Λοιπόν, εγώ για να πω αυτό τραγούδι έπρεπε να φορέσω παντελόνι, φράκο, ημίψηλο, μπαστουνάκι, γιατί εκείνη την εποχή είχαμε μια... μιαααα καλλιτέχνιδα στη Θεσσαλονίκη που έκανε τέτοιες παραστάσεις μεεε με αυτό το ντύσιμο, τη λέγανε, πώς τη λέγανε;, δε θυμάμαι τ’ όνομά της, πάει!
(Η Μαρίνα είπε ότι μάλλον πρόκειται για τη Μαίρη Σοΐδου ή την Καλή Καλό)
Λοιπόν, εγώ για να πω αυτό τραγούδι έπρεπε να φορέσω παντελόνι, φράκο, ημίψηλο, μπαστουνάκι, γιατί εκείνη την εποχή είχαμε μια... μιαααα καλλιτέχνιδα στη Θεσσαλονίκη που έκανε τέτοιες παραστάσεις μεεε με αυτό το ντύσιμο, τη λέγανε, πώς τη λέγανε;, δε θυμάμαι τ’ όνομά της, πάει!
(Η Μαρίνα είπε ότι μάλλον πρόκειται για τη Μαίρη Σοΐδου ή την Καλή Καλό)
Μαίρη Σοϊδου(από το διαδίκτυο)
Λοιπόν κι ήθελα εγώ να βγω να πω το τραγούδι και να είμαι
έτσι ντυμένη. Τι κάνω λοιπόν, έμαθα πού κάθεται αυτή, και μια και δυο πηγαίνω
χτυπάω την πόρτα της, της λέω τι θέλω να κάνω, κι ότι θέλω να μου δώσει το
κουστούμι. Ήταν κι αυτή έτσι λεπτοκαμωμένη.
Να μου δώσει το κουστούμι της για μια βραδιά. Και μου τόδωσε η κπέλα.
Ναι μου τόδωσε. Ήτανε φίρμα στη Θεσσαλονίκη.
Το παίρνω κι εγώ, έπρεπε να βάλω κι απέξω από τον
κινηματογράφο και μια λεζάντα, ποια θα τραγουδήσει, έδωσα και μια φωτογραφία
μου, (γέλια), αλλά την τελευταία στιγμή δεν το έκανα...
_Γιούλη: Γιατί;
_Αιμιλία: Δεν το έκανα
από λόγους ε... γιατί ήτανε δευτέρας διαλογής ο κινηματογράφος, και δεν ήθελα να πέσω σε δεύτερη μοίρα. Κατάλαβες εε...
_Γιούλη: Λόγοι πρεστίζ, ε (γέλια)
_Αιμιλία: Και δεν
πήγα. Πήγα, όμως, σ’ ένα άλλο περιστατικό να σου πω, (γέλια) πρέπει να ήτανε το
’52 ίσως να ήτανε και η τελευταία παράσταση της Μαρίκας Κοτοπούλη που ήρθε στη
Θεσσαλονίκη, μετά σχωρέθηκε, δεν ξαναήρθε. Μια Δευτέρα απόγευμα, λοιπόν, εμένα
μου ήρθε να πάω να βρω τη Μαρίκα Κοτοπούλη και να την πω ότι θέλω να γίνω
ηθοποιός. (γέλια) ‘Ότι μ’ αρέσει το θέατρο!
_Θανάσης: Ξέρεις τι λέμε εμείς;
_Αιμιλία: Στο
Βασιλικό...
_Γιούλη: Τι λέτε;
_Θανάσης: Σκότωνε λωλούς, πλέρωνε τζερεμέδες! (γέλια)
_Αιμιλία: Αυτά παιδιά,
είναι πραγματικά, είναι γεγονότα αυτά!
(γέλια)
_Γιούλη: Πού τη βρήκες ρε Σάκη;
_Αιμιλία: Κατάλαβες,
είναι αληθινά! Ένα απόγευμα λοιπόν σκώνομαι, και δε θα ξεχάσω, φόρεσα μια μπλε
φουστίτσα, ένα άσπρο πλεκτό μπλουζάκι... Η μαμά μου στη γκαρνταρόμπα της είχε
μια κάπα. Έτσι κλοσέ, μπλε, κι αυτή, κοντούλα, ως εδώ! Βάζω λοιπόν την κάπα από πάνω και μια και δυο πάω στο
Βασιλικό θέατρο , Δευτέρα απόγευμα, δε θυμάμαι, γιατί πήγαινα πάρα πολύ στο
θέατρο εκείνα τα χρόνια , δε θυμάμαι αν πήγα να δω την παράσταση. Το μόνο που
θυμάμαι ήταν ότι έπαιζε το «Έκτο πάτωμα». Αυτό το θυμάμαι πάρα πολύ καλά, δε
θυμάμαι αν το είδα όμως. Πάω λοιπόν στο θέατρο, απόγευμα, ε ήταν εκεί μια
κοπέλα, λέει τι θέλετε, λέω θέλω την κυρία Κοτοπούλη. Λέει, ξέρετε η κυρία
Κοτοπούλη δεν θα ρθει σήμερα, γιατί Δευτέρα απόγευμα τα θέατρα αργούν. Δεν το
ήξερα αυτό το πράγμα. Έφυγα και την επόμενη μέρα δεν ξαναπήγα. Γιατί δούλευα.
Δούλευα, δεν είχα χρόνο και δεν μπόρεσα να ξαναπάω. (γελώντας) Δεν ξέρω αν
πήγαινα τι θα γινότανε! Το πολύ πολύ θα με έβαζε να πω... να διαβάσω κάτι... να
απαγγείλω κάνα ποίημα που ξέρω και πολλά. Έκτοτε, δεν ξέρω...
_Γιούλη: Γλίτωσε; ποιος γλίτωσε Σάκη;
_Αιμιλία: Τι γλίτωσε;
_Γιούλη: Η τέχνη γλίτωσε ή εσύ;
_Αιμιλία: Θα μ’ έχανες
μετά εμένα. Ε, αυτά.
_Γιούλη: Μάλιστα. Υπάρχει κάποιο τραγούδι που δε θέλεις ποτέ
σου να ξανακούσεις;
_Αιμιλία: Όχι.
_Γιούλη: Όλα τα τραγούδια τα’ αγαπάς;
_Αιμιλία: Ναι, τ’
αγαπάω. Ένα επίσης ωραίο τώρα τραγούδι που μου ‘ρθε: (τραγουδιστά)
Πού νάσαι
νάρθεις το βράδυ αυτό
που νιώθω
μόνη, μα τόσο μόνη
και που στ΄
αλήθεια παίζουν κρυφτό...
(δεν
βγαίνει, πρέπει να το πάρω μια οκτάβα κάτω)
το
συνεχίζει...
Πολύ ωραίο
τραγούδι,,, είδες τι δύσκολα που βγαίνει όμως;
_Γιούλη:
Μπορείς να μας πεις ποιο τραγούδι σε εκφράζει τώρα, σ’ αυτή την εποχή;
_Αιμιλία: Σ’ αυτή την
εποχή; Δεν ακούω πολύ ελληνική μουσική, ελληνικά τραγούδια, αν και μ΄ αρέσουνε
βέβαια κάποια όταν τ’ ακούω. Ούτε να
σκεφτώ κάποιο...
_Γιούλη: Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις κανένα που να πεις ότι μ’ εκφράζει...
_Αιμιλία: Όχι, κάποια
μ’ αρέσουν, μ’ αρέσουν πραγματικά,
κάποια τραγούδια μ’ αρέσουνε. Όπως μ’
αρέσει του Κελαηδόνη τα Θερινά τα σινεμά, και μου θυμίζει τα νιάτα μου που
πηγαίναμε επίσης, μ’ αρέσει το τραγούδι ... του Τόκα ήταν μου φαίνεται... (τραγουδιστά)
Και που λες Ευτυχία, ευτυχία δε βρήκαμε, αυτό
_Γιούλη: Συνέχισέ το λίγο...
_Αιμιλία: παρά μόνο στοιχεία, ευτυχίας χαρήκαμε
δεν μας πέσαν
λαχεία τυχεροί δε σταθήκαμε
Και που λες
Ευτυχία, ευτυχία δε βρήκαμε
_Γιούλη: Μπράβο, μπράβο (γέλια)
_Αιμιλία: Όπως μ’
αρέσει... μ΄ αρέσουν κάποια τραγούδια πάρα πολύ. Όπως καταλαβαίνεις μ’ αρέσουν
τα ρομαντικά τραγούδια, όχι τα άγρια, τα μάγκικα, με τίποτε αυτά!
_Γιούλη: Όμως, το αλήτη μ΄ είπες μια βραδιά... (γέλια)
_Αιμιλία: Αυτό είναι
άλλο, αυτό με εμπνέει να χορέψω. Τι να κάνουμε, με ξεσηκώνει, να βγω στην
πίστα. Έτσι μου ‘βγαινε αυτό τώρα...
_Γιούλη: Ε, δε θες και πολύ εσύ... (γέλια)
_Αιμιλία: Μ΄ αρέσει κι
ένα τραγούδι του αυτουνού... του Πάριου που λέει, αν είμαστε μαζί δε φοβάμαι
τίποτα... εεεε; Μου τόκανε μια μέρα ο Σάκης καντάδα στη Χανιώτη...
_Γιούλη: Ααααααα
_Αιμιλία: Όχι καντάδα,
ήρθε με το αυτοκίνητο απ΄ έξω, κάθισε κάτω από το σπίτι και τόβαλε δυνατά στο
αυτοκίνητο. Στο αυτοκίνητο τόβαλε δυνατά και λέει σε κάνω καντάδα. Καντάδα
(γέλια) με θύμισε τον Χατζηχρήστο, όταν πήγε με το γραμμόφωνο που έπαιζε να
κάνει καντάδα. (γέλια) Κάτι τέτοια τραγούδια μ’ αρέσουν. Όλα τα παλιά μ’
αρέσουν.
Ακόμα κάτι. Τραγουδούσα και πολύ Ατίκ. (Προσπαθεί να πει ένα
σκοπό)
_Γιούλη: (σιγοτραγουδά)
Πού νάσαι αλήθεια το βράδυ αυτό...
_Αιμιλία: Όχι, δεν
είναι του Ατίκ αυτό
_Γιούλη: Νόμιζα πως αυτό προσπαθούσες να πεις. Τίνος είναι;
_Αιμιλία: (τραγουδά)
Την ώρα που
περνούσε τ’ οργανάκι
σκορπίζοντας
παντού μελαγχολιά
εβγήκε απ’
το φτωχό της το σπιτάκι
σεμνή,
πλεξίδα ακόμα τα μαλλιά
Καβάλα στο
σεργιάνι του γυρνώντας
την είδε
μμμμμμμμμμμμμμμμμ
σταματώντας
ρα ρα ρα ρα ..
της πέταξε
μια λέξη ερωτική
Αυτή
εκοντοστάθηκε λιγάκι
την ώρα που
περνούσε τα’ οργανάκι
Είναι ολόκληρη ιστορία...Ναι....
_Γιούλη: Ναι....
_Αιμιλία: Ή και τ’
άλλο. (τραγουδάει)
Είδα μάτια πολλά γαλανά στη ζωή μου
_Γιούλη: Ναι....
_Αιμιλία: Και άλλα του
Ατίκ, που δε μούρχονται τώρα...
_Γιούλη: Συνδέονται με τα μάτια του Σάκη;
_Αιμιλία: Όχι, όχι δεν
έχει γαλανά μάτια ο Σάκης, αλλά είχε πολύ ωραία μάτια, πάρα πολύ ωραία μάτια.
Ήταν όμορφο παλικάρι. Παλικάρι και καλό παιδί!
_Γιούλη: Όχι αλήτη μ΄ είπες μια βραδιά δηλαδή...
_Αιμιλία: Όχι αλήτη,
καμιά σχέση μ’ αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου