Για τις ανάγκες της θεατρικής μας ομάδας

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Συνέντευξη Νίκου

-        Θα ήθελα πολύ να μου πεις, ποιο τραγούδι ή ποια τραγούδια έχεις στη μνήμη σου ως πρώτα ακούσματα από την παιδική σου ηλικία και γιατί τα θυμάσαι τα τραγούδια;

-        Από την πολύ παιδική μου ηλικία στο δημοτικό σχολείο, θυμάμαι πάρα πολύ καλά το ότι για κάποια αιτία ο δάσκαλος με ξεχώριζε από τα άλλα παιδιά και με έβαζε να τραγουδάω εγώ αυτό το τραγούδι, που δεν θυμάμαι καν τον τίτλο του πως είναι: « με το χάραμα ξυπνάω, τη δουλειά μου ξεκινάω άντε αλογάκι μου, άντε αραπάκι μου...»  να το τραγουδάω αυτό μόνος μου, επειδή ανακάλυψε ότι έχω ωραία φωνή και όλο το δημοτικό σχολείο από κάτω συνόδευε εμένα με το να λέει επαναλαμβανόμενα μια λέξη: «τούμπε, τούμπε, τούμπε, τούμπε» κι εγώ τραγουδούσα συνέχεια αυτό το τραγούδι. Αυτό το θυμάμαι χαρακτηριστικά γιατί όπου πηγαίναμε εκδρομή, σε άλλα σχολεία, σε άλλα χωριά, με έβαζε στην κορυφή ο δάσκαλος να το τραγουδάω με όλο το δημοτικό από κάτω. Έτσι αυτή ήταν η πρώτη μου σχέση με τη μουσική και με τα ακούσματα και μετά, όταν είχαμε ευκαιρία, στην ωδική και λοιπά μ’έβαζε να κάνω τον μαέστρο, να τραγουδάω συνέχεια δημοτικά τραγούδια και ότι τραγουδιόταν εκείνη την εποχή το 54- 57’ και λοιπά στο δημοτικό, τραγούδια δημοτικά, Γιώτα Λύδια, διάφορα δεν μπορώ να θυμηθώ.

-        Θυμάσαι κανένα;
-        Θυμάμαι όταν είχε τα κέφια του μ’ έπαιρνε μέσα στο γραφείο, οι δάσκαλοι πίνανε κι εγώ τους τραγουδούσα τραγούδια της Γιώτας Λύδιας όπως είναι το.. αυτό που λέει.. δεν θυμάμαι και τους τίτλους  τώρα
-        Αν θυμάσαι κάποια λόγια αν μπορείς.
-        Κάποια λόγια.. όλα αυτά τα τραγούδια της Γιώτα Λύδιας και Γλυκερία.
-        Καλά δεν πειράζει.
-        Δεν μπορώ να θυμηθώ ποια τραγούδια..
-        Άρα στο σχολείο έχετε τα πρώτα ακούσματα;
-        Στο σχολείο ήταν τα πρώτα ακούσματα και μετά φυσικά όλα τα δημοτικά τραγούδια που λέγαμε στο σχολείο. Από εκεί και μετά κάποια στιγμή η σχέση μου με τη μουσική είχε να κάνει και με ένα γραμμόφωνο. Το γραμμόφωνο ήταν ένα παλιό γραμμόφωνο, όχι με χωνί, αλλά από αυτά που ήταν σκεπαστά που το άνοιγες, σαν ντουλάπι ήταν έτσι ένα πράγμα το άνοιγες και έβαζες το δίσκο, κι επειδή δεν είχε τα ελατήρια για να παίξει μόνο του το γραμμόφωνο, βάζαμε το δάχτυλο πάνω στο δίσκο και το γυρνούσαμε κι ακούγαμε το «άντε βρε χήρα άπονη, κακούργα, καρδιοκλέφτρα» προφανώς να ήτανε μια Ρίτα Αμπατζή που τραγουδούσε κάτι τέτοια τραγούδια τα ακούγαμε. Φυσικά όλα αυτά για μένα είναι ξεχωριστά γιατί; Επειδή η γιαγιά η Ελισάβετ ήτανε απ’τη Μικρά Ασία, το Μπαϊντίρ της Σμύρνης, είχε μια πολύ ωραία φωνή επίσης. Έπαιρνε μια τσίγκινη πιατέλα μεγάλη, μας μάζευε γύρω της και έπαιρνε μια τσίγκινη πιατέλα και τη χρησιμοποιούσε σαν ντέφι, την οποία τη έπαιζε πάρα πολύ ωραία και μας τραγουδούσε διάφορα σμυρνέικα τραγούδια. Τα πρώτα μου ακούσματα ήταν αυτά. Έτσι μυήθηκα πολύ σ αυτού του είδους τα τραγούδια τα σμυρνέικα. Πολλά τραγούδια τι να σου πω, δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα τίτλους να σου πω αλλά είναι όλα τα σμυρνέικα και μάλιστα μερικά που ούτε καν τα ακούω πια, δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα τα τραγούδια. Μετά τα ανακάλυψα με καινούργιους τραγουδιστές. Έπαιρνα το γραμμόφωνο, έβαζα το δάχτυλο κι άκουγα.. το γυρίζαμε γύρω γύρω ώσπου βρήκα τον τρόπο από ελατήρια που έπαιρνα από ντιβάνια, κι έφτιαξα μόνος μου αυτοσχέδια ελατήρια κι έτσι έπαιζε το γραμμόφωνο σιγά- σιγά κι ακούγαμε εκεί πέρα ό,τι τραγούδια είχε από το θείο, τη γιαγιά, τον παππού και λοιπά, που ήταν διάφορα εκείνης της εποχής σμυρνέικα κυρίως. Με Ρίκα Αμπατζή, με Ρόζα Εσκενάζυ με διάφορα τέτοια και πιο παλιές που δεν τις θυμάμαι καν τα ονόματά τους, τα έχω ξεχάσει. Αμέσως μετά ήρθε το ραδιόφωνο, μεγαλώνοντας εγώ δηλαδή, ακόμα στο δημοτικό όμως, ο μπαμπάς μας, ο οποίος δεν ήταν και πολύ καλός πατέρας, ήταν ένας πατέρας ο οποίος δεν ενδιαφερόταν για την οικογένειά του, το μόνο ένας δυνάστης, ε και τρώγαμε και πάρα πολύ ξύλο, αγόρασε κάποια στιγμή από τους πρώτους στο χωριό στην περιοχή της Φλώρινας, ένα χωριό που το λέγανε Βεγόρα. Κι έτσι αγόρασε ένα ραδιόφωνο, το έφερε στο σπίτι, έπινα πάρα πολύ και έβαζε συνέχεια τραγούδια και σταθμούς τούρκικα και αράβικα. Τώρα ούτε αράβικα ήξερε, τούρκικα ήξερε, αλλά κι αυτός ήτανε πρόσφυγας από τα βάθη της Κωνσταντινούπολης, άκουγε συνέχεια όμως τέτοια τραγούδια, οπότε αναγκαστικά ακούγαμε κι εμείς αράβικη μουσική. Εκεί μου έκανε εντύπωση η μουσική που δεν ήταν από ένα όργανο, από δύο και από τρία όργανα αλλά ήταν από ορχήστρα μεγάλη. Έτσι σιγά- σιγά αυτό έγινε αιτία μεγαλώνοντας να ανακαλύψω την κλασική μουσική η οποία ήτανε με πολλά όργανα και λοιπά και μυήθηκα και στην κλασική μουσική. Στο μεταξύ όμως, μεγαλώνοντας, από το ραδιόφωνο, όταν έλειπε αυτός εμείς πιάναμε άλλους σταθμούς και ακούγαμε πάλι τραγούδια με Μοσχολιού εκείνη την εποχή.
-        Θυμάσαι κανένα που να σ’ άρεζε ως παιδί;
-        Δεν θυμάμαι τώρα να σου πω αλλά είναι όλα αυτά τα παλιά τραγούδια της Μοσχολιού με τον Ζαμπέτα, που πρωτο βγήκανε εκείνη την εποχή και τα ακούγαμε, με Γιώτα Λύδια, με Περπινιάδη, με Αναγνωστάκη, όλοι αυτοί επικρατούσαν, Καζαντζίδης και λοιπά.
-        Αυτά που έβαζε ο μπαμπάς δεν τα ακούγατε;
-        Όχι, γιατί αυτός έβαζε τούρκικα και αράβικα.
-        Οπότε εσείς τα ακούγατε όταν μένατε μόνοι σας;
-        Όταν έφευγε αυτός, που δεν ήτανε συχνά στο σπίτι, έλειπε και μήνες πολλές φορές, οπότε βρίσκαμε ευκαιρία και ακούγαμε κι εμείς τη μουσική που θέλαμε και διάφορα άλλα από το ραδιόφωνο πλέον και φυσικά ότι δίσκους υπήρχανε, δίσκους λέγοντας τις πλάκες που λέγαμε του γραμμοφώνου, που τα ακούγαμε και αυτά. Μεγαλώνοντας δέκα περίπου σε ηλικία.. δεκατρία ήμουνα, μόλις ήμουνα μια χρονιά στο γυμνάσιο είχα πάει, κι αμέσως μετά μας έδιωξε απ’το σπίτι.
-        Ο μπαμπάς;
-        Ναι. Τώρα αυτά δεν ξέρω αν πρέπει να τα πω..
-        Πρέπει ναι. Μας ενδιαφέρουν.
-        Μας έδιωξε απ’το σπίτι με το όπλο. «Ή σας σκοτώνω ή φεύγετε».  Μας έβγαλε κάτι εισητήρια στο τραίνο και μας έστειλε στη Θεσσαλονίκη. Και ήρθαμε εδώ στο πουθενά. Δεν ξέραμε την τύφλα μας. Τίποτα.
-        Μόνα σας;
-        Με τη μάνα μας. Ήμασταν ήδη, η αδελφή μου η μία ήτανε στη Θεσσαλονίκη στη σχολή θεάτρου Αμαράντου, μάθαινε, αλλά δεν ήταν αυτό η αιτία. Πιο πολύ για να βοηθήσει την αδελφή της μητέρας μου, τη θεία μας τη Μαρία, η οποία είχε μια περίεργη εγκυμοσύνη κι έπρεπε κάποιος να την βοηθάει, και ήρθε να την βοηθήσει. Με αυτήν την αιτία είχε πει στη μητέρα μου ότι, δεν την λέγαμε μητέρα εμείς την μητέρα την λέγαμε μάνα, είχε πει στη μάνα μας ότι μας βρήκε σπίτι, ότι μας νοίκιασε σπίτι, τα είχε όλα τακτοποιημένα και να πάμε στη Θεσσαλονίκη και ότι θα μείνουμε στη Θεσσαλονίκη. Η μάνα μου έφερε αντιρρήσεις, δεν ήθελε να πάει πουθενά, με τέσσερα παιδιά και το άλλο στη Θεσσαλονίκη και όλα μικρά, εγώ ήμουνα προτελευταίος σκεφτείς, δεκατριών χρονών, και με διαφορά ενός χρόνου το ένα με το άλλο, είπε «ή φεύγετε, σας έχω βγάλει τα εισιτήρια, ή σας σκοτώνω με το όπλο». Είχε κι ένα τεράστιο μαχαίρι το είχε πάντα στη μπότα του. «ή σας σφάνω, ή φεύγετε». Αναγκαστικά μπήκαμε στο τραίνο η μάνα σαν τρελή, εμείς σαν χαζά, ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη. Που να πάμε; Δεν ξέραμε τίποτα. Το μόνο που  κατάφερε ήταν να βρει την αδερφή της, τη διεύθυνση όπου ζούσε η αδερφή της, η θεία μου η Μαρία, και ξαφνικά βρεθήκαμε στο σπίτι της θείας της Μαρίας τόσα άτομα, χωρίς να ξέρουμε τίποτα. Εκείνη η περίοδος ήταν μαύρη περίοδος, ούτε μουσική, ούτε τίποτα. Δεν είχαμε πια την πολυτέλεια αυτή. Ξεχάσαμε και τα τραγούδια και λοιπά. Θυμάμαι τον εαυτό μου να περπατάω στο δρόμο και ο δρόμος να γεμίζει λακκούβες, δηλαδή τέτοια κατάσταση. Ξέραμε ότι δεν έχουμε πια τίποτα απολύτως και είμαστε στο δρόμο. Μας χώσανε σε δουλειές, μια σταλιά παιδιά, δεξιά- αριστερά. Περιττό να σου πω ότι η μάνα μου είχε ένα μάτι μόνο, το άλλο ήταν με γλαύκωμα από τεσσάρων ετών και δεν έβλεπε καλά, οπότε όπου και να πήγαινε δεν την παίρναν στη δουλειά εύκολα. Είχαμε κι αυτό το πρόβλημα. Οπότε αναγκαστικά εμείς σαν σπόροι όλοι, μας έχωσαν σε δουλειές, νοικιάσαμε σπίτι και σιγά- σιγά, επειδή ήταν και πολύ καλή μαγείρισσα, έπιασε μία ταβέρνα, τη νοίκιασε κι άρχισε να δουλεύει την ταβέρνα κι εμείς βοηθούσαμε όλα μαζί εκεί πέρα. Η μεγαλύτερη αδερφή μου δούλευε, ήτανε σαν ζαχαροπλάστης.. σε ένα ζαχαροπλαστείο μάλλον, έτσι και μυήθηκε στη ζαχαροπλαστική και έγινε ζαχαροπλάστης μετά. Οι υπόλοιποι από δω κι από κει σε διάφορες δουλειές και παράλληλα να πηγαίνουμε στο σχολείο για να μάθουμε κάτι.
-        Κάποιο τραγούδι από αυτήν την περίοδο έχεις στο νου σου; Κάτι που τ’ άκουγες αυτήν την περίοδο;
-        Όχι. Ήταν μια μαύρη περίοδος που δεν ακούγαμε καθόλου τραγούδια. Τίποτα. Το μόνο που μας προβλημάτιζε ήταν η επιβίωσης. Τραγούδια και τέτοια υπήρχανε, σαφώς και μουσική, αλλά δεν ήταν μέσα μας η μουσική, ήτανε μια περίοδος που το μόνο που σκεφτόμασταν ήτανε πως θα επιβιώσουμε. Σιγά- σιγά έκανα φίλους στη Θεσσαλονίκη. Με αυτούς δέθηκα πολύ, αρχίσαμε να βγαίνουμε έξω, και τότε αρχίσαμε πια να ξανατραγουδάμε διάφορα τραγούδια με τους φίλους μαζί, γιατί εκείνη την εποχή ήτανε μια περίοδος όπου ή θα πηγαίναμε σε κάτι σαν καφενεία που είχε μέσα μπιλιάρδα, στέκες και τέτοια και παίζαμε, ή θα μαζευόμασταν όλοι μας σε κάποιο παρκάκι και θα συζητούσαμε με τις ώρες και κάποια στιγμή θα σταματούσανε οι συζητήσεις που κάναμε και λοιπά, αρχίζαμε να τραγουδάμε. Και τραγουδούσαμε διάφορα τραγούδια εκείνης της εποχής. Επικρατούσε τότε πολύ Χατζιδάκις, Θεοδωράκης και λοιπά και τραγουδούσαμε τέτοιου είδους τραγούδια, και Τζένη Βάνου, τα πρώτα ακούσματα Μούσχουρη και λοιπά, μυήθηκα πια στη μουσική, κατευθείαν την έντεχνη μουσική κι άρχισα πλέον, σιγά- σιγά παράλληλα με τη μουσική, το διάβασμα. Πάλι δεν είχαμε την οικονομική δυνατότητα  να αγοράζουμε βιβλία, τα παίρναμε με δόσεις εκείνη την εποχή, και έπαιρνα βιβλία. Αυτό ήταν ένα καλό στοιχείο που μας το έμαθε η μάνα. Η μάνα έλεγε «και ένα χαρτί στο δρόμο να βρείτε, να το πάρετε να το διαβάσετε», μας μύησε στο διάβασμα. Κι έτσι άρχισα να αγοράζω βιβλία με δόσεις εκείνη την εποχή. Διάβαζα. Και με την πρώτη ευκαιρία πήραμε τα πρώτα μας πικ-απ, τότε μικρούλια, που τα παίρναμε μαζί μας και στις εκδρομές και λοιπά και μικρούς δίσκους.
-        Θυμάσαι ποιους πήρες πρώτα;
-        Οι πρώτοι δίσκοι θυμάμαι που είχα πάρει, ήτανε κάτι τραγούδια πολύ παλιά, με την.. ούτε τις ήξερα σαν τραγουδίστριες.. θυμάμαι πρώτα τραγούδια με Πόλυ Πάνου, θυμάμαι με Γιώτα Λύδια, πρώτα δισκάκια, και μετά με τις παρέες και όλα αυτά άρχισα να μπαίνουμε σε ένα άλλο κλίμα, τραγούδια της Νάνα Μούσχουρη, Τζένη Βάνου, αυτή την Γιοβάννα.
-        Θυμάσαι κανένα που σου άρεσε πολύ και το τραγουδούσες πολύ;
-        Θυμάμαι: «ήταν γραφτό να γενεί τόση ταραχή..» το παιζα και σε φυσαρμόνικα. Νομίζω το λεγε η Γιοβάννα αυτό. Και διάφορα τέτοια. Τώρα δεν μπορώ να θυμηθώ.. δεν μου’ρχονται να σου πω. Πολλά τραγούδια τέτοια κι έτσι μυήθηκα στην λίγο πιο έντεχνη μουσική. Αρχίσαμε, μεγαλώνοντας πια, στο στρατό και όλα αυτά, μπήκα σε άλλο είδος, με άλλους φίλους, και αρχίσαμε να ακούμε μουσική.. Χατζιδάκι.. κυρίως Χατζιδάκι.
-        Ποιό σου άρεσε περισσότερο του Χατζιδάκι;
-        Από Χατζιδάκι θυμάμαι τα πρώτα του μου έκαναν φοβερή εντύπωση.. θα τα θυμηθώ.. τώρα δεν μου’ ρχονται, αλλά θα τα θυμηθώ.. τα πρώτα τραγούδια του Χατζιδάκι εκπληκτικά, που ακόμα τα τραγουδάω δηλαδή, και μετά μπήκα σε όλη την.. δεν υπήρχε τραγούδι και μουσική του Χατζιδάκι που να μην το αγοράσω και να μην το ακούσω. Χατζιδάκι και Θεοδωράκη. Ο Θεοδωράκης μπήκε στη ζωή μου λίγο πιο μετά, όταν άρχισα να συνδικαλίζομαι, και τότε μπήκε και ο Θεοδωράκης στη ζωή μου, τα ακούσματα, τα γνωστά τραγούδια του Θεοδωράκη και λοιπά. Στο μεταξύ εγώ, εκτός από τα ρεμπέτικα, μικρασιάτικα, όλα αυτά τα τραγούδια που τα είχα τα ακούσματα όλα αυτά και από τη γιαγιά και από τον παππού και από τον θείο, εκτός από όλα αυτά είχα περάσει και στα ρεμπέτικα. Ότι είχε σχέση με ρεμπέτικο, το είχα μάθει. Είχα μάθει και τη ρεμπέτικη μουσική και σιγά- σιγά πέρασα και στην.. δηλαδή ήταν όλη μια γκάμα μουσικής τεράστια, και φυσικά την έντεχνη μουσική, τότε έτσι τη λέγαμε έντεχνη μουσική, για μένα δεν υπάρχει.. είναι η καλή μουσική και η κακή μουσική.. λοιπόν και ακούγαμε Θεοδωράκη και όλα αυτά τα τραγούδια. Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Ξαρχάκο και όλους αυτούς. Να σκεφτείς ότι εκείνη την εποχή, πια μεγάλος σε ηλικία, είκοσι και εικοσιτέσσερα και εικοσιπέντε χρονών, θεωρούσα ότι τα τραγούδια του Βοσκόπουλου είναι μπας κλας, δεν τα τραγουδούσαμε, είχα περάσει φυσικά, είχα μυηθεί στην κλασική μουσική. Τα πρώτα μου ακούσματα στην κλασική μουσική θυμάμαι, ο πρώτος δίσκος που αγόρασα, ήταν το δεύτερο κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Σοπέν. Μου είχε μείνει το άκουγα από το πρωί ως το βράδυ, όταν είχα ευκαιρία φυσικά, γιατί δουλεύαμε κι όλα παράλληλα και το’ χα μάθει πια απ’ έξω. Αμέσως μετά άρχισα να αγοράω διάφορα, είχα βρει καταστήματα που πουλούσαν κλασική μουσική σε πολύ καλές τιμές, φτηνά και λοιπά, ευκαιρίες και τέτοια, άλμπουμ ολόκληρα και είχα μυηθεί πολύ στην κλασική μουσική οπότε είχα μια τεράστια γκάμα κλασικής μουσικής μουσικής, περίπου στους δυόμισι χιλιάδες δίσκους και την έχω ακόμα σε βινύλιο. Φαντάζεσαι τώρα. Αλλά από όλα αυτά ξεχώριζαν κάποια, όπως ας πούμε όλα τα κονσέρτα, είχα μια αδυναμία στα κονσέρτα για πιάνο και ορχήστρα. Και μου άρεσαν πάρα πολύ κάποια κονσέρτα του Μότζαρτ όπως το τέσσερα εξηνταέξι για πιάνο και ορχήστρα, το τέσσερα ενενηνταένα για πιάνο και ορχήστρα, του Μπετόβεν όλα και τα πέντε που είχε για πιάνο και ορχήστρα τα είχα μεγάλη αδυναμία, ιδιαίτερα στο τρίτο κονσέρτο του Μπετόβεν με την Κλάρα Χάσκιλ να παίζει πιάνο, η οποία είναι μια εκπληκτική.. και είχα φτάσει σε ένα σημείο χωρίς να βλέπω τι δίσκος παίζει να καταλαβαίνω ποιός παίζει πιάνο. Τέτοια ήταν η σχέση μου με τη μουσική. Καταλάβαινα αν παίζει ο Μικελάντζελο, αν παίζει η Κλάρα Χάσκιλ, αν παίζει ο Μπρέντεν, που ήταν λίγο σκληρός σαν πιανίστας, άρτια τεχνική αλλά όχι συναίσθημα και λοιπά, καταλαβαίνεις σε τι βάθος είχα μυηθεί στη μουσική. Και φυσικά και μέχρι σήμερα ακούω ακόμα κλασική μουσική.
-        Είναι συνυφασμένη με κάποια γεγονότα της ζωής σου η μεταφορά σου από το πιο λαϊκό στην πιο έντεχνη και στην πιο κλασική μουσική; Δηλαδή κάτι σε επηρέασε ιδιαίτερα στη στροφή αυτή;
-        Ναι, ναι. Στο στρατό, όταν είχα παέι φαντάρος πια, ήμουνα σε μονάδα ανεπιθυμήτων.
-        Τί σημαίνει μονάδα ανεπιθυμήτων;
-        Μονάδα ανεπιθυμήτων ήτανε μονάδα ανθρώπων που δεν είχανε.. πως το λένε αυτό; Καθαρό ποινικό μητρώο λόγω πολιτικής τέτοιας. Τότε τον πατέρα μου τον είχαμε χάσει πια, από τότε και μετά δεν τον ξαναείδαμε. Αυτός έκανε ένα διάστημα Μακρόνησο, ανάθεμα αν ήξερε τι ήτανε. Πανέξυπνος ήταν απλά έπινε..
-        Πολιτευότανε;
-        Δεν πολιτευότανε. Δεν ήξερε την τύφλα του. Αλλά τέτοιου είδους άτομα τα οποία παντού επεμβαίνουν και κάνουν και δείχνουν και ξέργω γω, κάποια στιγμή τον στείλαν και στη Μακρόνησο.
-        Οπότε εσείς χαρακτηριστήκατε..
-        Υπήρχε μια νοοτροπία εκείνη την εποχή, επί Χούντας, μια νοοτροπία ότι « α! Είναι τα παιδιά του τάδε, που αυτός έκανε Μακρόνησο, άρα δεν μπορεί κάποιο από τα παιδιά επηρέασε. Ποιό; Ας ρίξουμε έναν κλήρο. Τρία αγόρια έχει κάποιο θα έχει επηρεάσει. Δεν ξέρουμε ποιό». Έπεσε ο κλήρος σε μένα με στείλανε στα μουλάρια. Σε μια μονάδα που εγώ όταν έβλεπα μουλάρι έσκανε η χολή μου. Τέλος πάντων.
-        Ποιός σε βοήθησε εκεί;
-        Εκεί υπήρχανε πολύ μορφωμένα άτομα. Μορφωμένα άτομα, γιατροί, κτηνίατροι.. δεν μπορείς να φανταστείς, που τα στέλνανε επίσης εκεί. Άνθρωποι οι οποίοι ξέρανε την πολιτική κατάσταση και ξέραν τι θέλανε έτσι;
-        Και ήταν κι αυτοί όπως κι εσύ, ανεπιθύμητοι.
-        Ναι, ναι. Ήταν σε τέτοια μονάδα.
-        Θυμάσαι το πρόσωπο που σε επηρέασε έτσι ιδιαίτερα;
-        Τώρα τι να σου πω; Ένα πρόσωπο που με επηρέασε ήτανε κάποιος που το επίθετο του...
-        Δεν χρειάζεται το επίθετο, απλά αν ήταν..
-        Ναι ήταν ένα πρόσωπο, ο οποίος ήταν πολύ μεγαλύτερος από μένα, ο οποίος ήτανε άνθρωπος αστός, της πόλης. Και ένας κτηνίατρος, επίσης αθηναίος. Ένας από την Κέρκυρα, Μιχάλης. Απ’ την Άρτα. Ήμουνα πολύ αγαπητός στο στρατό. Πάρα πολύ αγαπητός. Ήταν σχεδόν όλη η μονάδα φίλοι μου. Οπότε με κάποια άτομα που ξεχώριζα, εκείνη την εποχή απαγορευόταν να κάνουνε δύο άτομα παρέα στη μονάδα να σκεφτείς. Δύο άτομα μόνα τους σε κάποια αυτή να συζητάνε απαγορευότανε. Όπου είναι το σύνολο, επί Χούντας, να είμαστε κι εμείς. Όλοι μαί. Δεν είσαι; Σε βγάζαν αναφορά. Και καμιά φορά ξεκλέβαμε εμείς χρόνο, στα μαγειρία, με τον φίλο μας τον.. μαζευόμασταν όλοι μαζί εκεί και συζητούσαμε πάρα πολύ. Εκεί άρχισα να αισθάνομαι κι εγώ το τι είναι να γνωριζω πολιτική, γιατί μέχρι τότε το μόνο που με ενδιέφερε ήταν το πως θα επιβιώσω και τίποτα άλλο. Εκεί άρχισα όμως να ξεχωριζω κάποια πράγματα. Αυτά τα άτομα πήρα πολλά χαρακτηριστικά, δεν ήταν ένα, δεν ήταν δύο, ήταν τρία- τέσσερα άτομα τα οποία πήρα πολλά από αυτούς. Έμαθα να επιλέγω μουσική, έμαθα να διαβάω ποίηση, εκεί όλα αυτά. Τώρα συγκεκριμένα άτομα εγώ τα θυμάμαι, στη μνήμη μου τα’ χω. Κάποιοι γίναν σκηνοθέτες, κάποιοι γίνανε πολύ.. ήτανε δηλαδή άτομα τα οποία ήταν πολύ τρανταχτά ονόματα δεν οφελεί να σου πω. Έτσι μυήθηκα σε αυτού του είδους την μουσική. Από’ κει και μετά όλα ήταν σε δεύτερη μοίρα. Προείχε για μένα η κλασική μουσική και όλα τ’ άλλα δεν.. έμαθα να ξεχωρίσω την καλή μουσική και όχι «αυτό είναι έντεχνο, αυτό είναι δημοτικό». Υπήρχαν δημοτικά τραγούδια τα οποία ήταν εκπληκτικά και είναι ακόμα εκπληκτικά για μένα.
-        Θυμάσαι κάτι που σ’ αρέσει δημοτικό;
-        Ναι. Πάρα πολύ: «μέρα μέρωσε», θυμάμαι το «μήλο μου και μανταρίνι», θυμάμαι το «το Ανεστάκι» και όλα αυτά που τα’ μαθα μετέπειτα. Ήτανε κι απ’ τις πρώτες εκτελέσεις, όχι δεύτερες που.. τα ακούσματά μου ήτανε αυτά. Πάρα πολλά, τι να αναφέρω τώρα με τις ώρες θα μιλάω για τα τραγούδια αυτά εδώ, είναι εκπληκτικά τραγούδια. Τα τραγουδούσα και όλα. Και μέσα σ’ όλα αυτά και μικρασιάτικα. Φυσικά μικρασιάτικα, νησιώτικα, δημοτικά δικά μας εδώ πέρα.. επίσης μπορώ να σου πω ότι κάποια τραγούδια που με σημάδεψαν επειδή τα’λεγα σε πολύ μικρή ηλικία, ήτανε «ένας πεύκος μεσ’ τον κάμπο», αυτό που σου είχα πει σε μικρή ηλικία το «άντε αλογάκι μου, άντε αραπάκι μου». Μετά ανακάλυψα ότι αυτό το λένε και λυρικοί τραγουδιστές, αυτό το τραγούδι.
-        Το «άντε αλογάκι μου, άντε αραπάκι μου»;
-        Ναι, ναι,ναι! Γιατί έχει ειπωθεί από πολύ μεγάλους τραγουδιστές.
-        Έτσι κάποιο που νομίζεις ότι σε κάποια φάση σε συνόδευσε ιδιαίτερα, ή σε στήριξε ιδιαίτερα, τραγούδι;
-        Το μόνο που με στήριξε, αυτό που πραγματικά μπορώ να σου πω με σιγουριά ότι.. τραγούδι που με συνόδευε, τραγούδι.. μουσική που με συνόδευε και με χαλάρωνε, με ηρεμούσε όταν είχα νεύρα, όταν ήθελα να πάω σε άλλους κόσμους, όταν ήθελα να βρω το δικό μου κόσμο, όταν ήθελα να βρω τον εαυτό μου, ήτανε μόνον η κλασική μουσική και φυσικά, αργότερα, πιο πολύ σαν διασκέδαση και λίγο σαν προβολή, επειδή ήξερα ότι έχω καλή φωνή και ήθελα να ακούγομαι κι όλας, με κάτι φίλους είχαμε φτιάξει ένα συγκρότημα, εγώ έπαιζα τουμπερλέκι, ο άλλος έπαιζε ούτι, ο άλλος ακορντεόν, ο άλλος βιολί και λοιπά, κάπου πέντε χρόνια παίζαμε.. μαζευόμασταν όλοι μαζί πηγαίναμε σε ταβέρνες και παίζαμε διάφορα τραγούδια κυρίως μικρασιάτικα και ρεμπέτικα. Και τραγουδούσα ας πούμε διάφορα τραγούδια.
-        Κάποιο απ’ αυτά που ήθελες πολύ για σένα; Να το λες για σένα δηλαδή και όχι για τη χαρά, όχι για τη διασκέδαση, αλλά γιατί εσένα περισσότερο εξέφραζε;
-        Δεν είχα για να σου πω την αλήθεια τραγούδια ειδικά. Με εξέφραζε μόνο μουσική από την κλασική μουσική, δηλαδή ήξερα ότι θα βάλω το τάδε κομμάτι και θα ηρεμήσω και θα χαλαρώσω. Τραγούδια να εκφράζουν εμένα δεν είχα πολλά, ελληνικά.
-        Τραγούδια έτσι με τον πρώτο έρωτα;
-        Έρωτες και τέτοια ήτανε με τον Χατζιδάκι, όπως ήτανε τραγούδια ας πούμε που με εξέφραζε.. με εξέφραζε.. το τραγούδησα με την ψυχή μου και το αισθανόμουνα ήτανε με τον Ψαριανό και την Νταντωνάκη στο δίσκο « ο μεγάλος ερωτικός»..εε.. προσπαθώ να θυμηθώ τι ήτανε..
-        Δεν πειράζει λόγια έστω..
-        Λόγια.. δεν μου’ ρχεται.. μετά μπορεί να μου’ ρθει, αλλά δεν μου’ ρχονται τώρα να σου τα πω.. είναι όλος ο δίσκος.. όλος ο δίσκος «ο μεγάλος ερωτικός» και μου έκαναν εντύπωση και οι στίχοι της Σαπφούς, που ήτανε και μελοποιημένα από το Χατζηδάκη επιλεκτικά. Τραγούδια που με εξέφραζαν πάρα πολύ ήτανε και μετέπειτα πια, από ένα δίσκο, πως τον λένε αυτόν τον.. καινούργιος συνθέτης είναι, νεαρός, έχει κάνει εκπληκτική δουλειά μαζί με την Αρβανιτάκη, έναν εκπληκτικό δίσκο τον θεωρώ από τις κορυφές στην ελληνική μουσική, μέσα εκεί είχε ένα τραγούδι αγνώστου στιχουργού, ήτανε από την παράδοσή μας, αλλά το πήρε και το μελοποίησε ο Δημ...
-        Δεν πειράζει το τραγούδι το θυμάσαι;
-        Το τραγούδι έχει να κάνει... δεν θυμάμαι τον τίτλο..
-        Δεν θέλω τίτλο λόγια μόνο ίσως να το βρούμε άμα μας πεις τα λόγια
-        Ναι, ναι τα λόγια είναι.. είναι ένα τραγούδι που λέει «ξημέρωσε η μέρα» δεν μπορώ να το θυμηθώ να σου πω.. αυτό ήτανε από τα χαρακτηριστικά τραγούδια που μου’ μεινε μέσα μου.. πολλά είναι δεν είναι ένα και δύο..αν θυμηθώ θα σου τα πω.. θα σου πω , τι αυτό με εξέφραζε εκείνη.. αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να θυμηθώ κανένα κόλλησα. Κόλλησα και δεν μπορώ να θυμηθώ απλά..
-        Έχεις Δημήτρη κάποιο τραγούδι που θα ήθελες πολύ να το αφιέρωνες σε κάποιον; Ή που το αφιέρωσες και μετάνοιωσες που το αφιέρωσες;
-        Όχι δεν είχα..
-        Δεν είχες..
-        Όχι δεν είχα. Δεν ήμουνα τόσο.. ήμουνα πιο πραγματιστής. Δηλαδή συναισθηματικό, ναι μεν, άτομο αλλά πολύ κλειστό στον εαυτό μου.
-        Δεν θα τολμούσες δηλαδή να αφιερώσεις.
-        Δεν θα το κανα.
-        Αν το σκεφτόσουν τώρα εκ των υστέρων θα ήταν κάτι που θα ήθελες να πεις σε κάποιον;
-        Όχι.
-        Άσχετο αν δεν το’ κανες. Θα ήθελες να πεις σε κάποιον με τραγούδια κάτι; Άσχετο εάν δεν θα το κάνεις ποτέ.. θα ήθελες όμως να μπορούσες να πεις με ένα τραγούδι σε κάποιον κάτι από αυτά που θέλεις να του πεις;
-        Τί να σου πω;.. με τραγούδι όχι, με στίχους μπορεί.
-        Με στίχους έστω..
-        Με στίχους να γράψω κάτι.
-        Να γράψεις κάτι δικό σου ε;
-        Ναι, ναι. Αλλά με τραγούδι όχι. Εγώ αυτό που θα μπορούσα ας πούμε να σου εκφράσω τα συναισθήματα μου, να σου βάλω κάποια στιγμή.. να είμαι στο σπίτι που έχω τη μουσική μου ας πούμε, να σου βάλω ένα κομμάτι από μια όπερα του Γκλουγκ, ένα μινουέτο μικρό και ακούγοντας αυτό το μικρό κομμάτι να καταλάβεις το δικό μου ψυχισμό. Είναι τέτοια τα συναισθήματα μου ό,τι έχει σχέση με τη μουσική. Να σου βάλω κάποια κομμάτια, είτε είναι τραγούδια, είτε είναι.. κοίταξε υπάρχουνε και τραγούδια. Τώρα που το καλοσκέφτομαι υπάρχουν και τραγούδια. Ένας δίσκος που μου έκανε φοβερή εντύπωση ήτανε κάποιου Γεωργιάδη, τραγουδούσε μία Λίτσα η οποία δεν έκανε πολύ μεγάλη καριέρα, αλλά είχε μία εκπληκτική φωνή.. δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά της, έχω και τον δίσκο, αυτός με χαρακτήρισε. Δηλαδή ήταν σε μία περίοδο που έτσι εύκολα ερωτευόμουνα και αυτό με χαρακτήριζε. Ήτανε ένας εκπληκτικός δίσκος. Ερωτικός. Κυρίως ερωτικός. Ούτε θυμάμαι τον τίτλο του.. μεγάλωσα πια. Και όλα αυτά μου φαίνονται τόσο μακρινά σαν να είναι μια ταινία που την είδα κάποτε κι έναν καιρό. Έχω κι ένα καλό εγώ που τα προσπερνάω όλα, πάντα βαδίζω μπροστά. Και καινούργια πράματα. Συνέχεια. Το μόνο παλιό που μου έχει μείνει είναι ότι δεν ξεκολλάω από την κλασική μουσική. Αυτό.
-        Τώρα τί μουσική ακούς;
-        Κλασική.
-        Ακούς μουσική όταν είσαι χαρούμενος ή όταν είσαι λυπημένος;
-        Και στις δυό περιπτώσεις μου κάνει καλό.
-        Ναι;
-        Και στις δύο περιπτώσεις. Δηλαδή κι όταν είμαι χαρούμενος μου κάνει πάρα πολύ καλό, αλλά ξέρω τι θα βάλω.
-        Ακούς διαφορετικά πράματα κάθε φορά;
-        Ναι, ναι, ναι. Ακούω συνέχεια. Σου λέω είναι πολύ μεγάλη. Η κλασική μουσική είναι τεράστια. Οπότε καταλαβαίνεις και τι έχω να ακούσω. Φοβερά πράγματα.
-        Ποιούς συνήθως ακούς; Έτσι περισσότερο απ’ όλα;
-        Εε μ’ άρεσε πάρα πολύ σαν συνθέτης ο Μότσαρτ. Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία σε αυτόν. Ακόμη και την πολύ.. θεωρούσαν μάλλον ότι ο Μότσαρτ είναι λίγο εύκολος, δεν είναι έτσι τα πράγματα, ο Μότσαρτ έχει γράψει πολύ σοβαρή μουσική και πολύ ωραία μουσική. Για μένα τουλάχιστον. Εύκολη μουσική και, όπως λέμε ξέρω γω τα τσιφτετέλια τα ελληνικά, ήταν Μπολερό, αυτά εδώ. Για μένα ήταν αυτά τα εύκολα. Αλλά αν ακούσεις αυτά τα ακούσματα που έχω εγώ, μου άρεσε πάρα πολύ ο Μότσαρτ, ο Σοπέν, ο Μπετόβεν, μέχρι και άτονη μουσική άκουγα απ’ τους Έμπεργκ, που δεν μου άρεσε καθόλου, τον απέρριψα, αλλά τον άκουσα, για να ξέρω τι σημαίνει και η άτονη μουσική. Και πολλά άλλα.
-        Πως θα χαρακτήριζες τι σχέση σου με τη μουσική; Σχέση στήριξης; Σχέση...;
-        Στήριξης. Στήριξης. Δηλαδή εμένα με στήριζε, δηλαδή.. Το λέω αυτό γιατί; Γιατί όταν περνάω.. περνούσα δύσκολα, που δεν ήμουνα από καμία πλούσια οικογένεια, αστή και λοιπά, όταν περνούσα δύσκολα κατέφευγα στη μουσική, η μουσική με κα.. κλεινόμουνα στον εαυτό μου, αλλά με τη μουσική έβρισκα τον εαυτό μου. Με τη μουσική. Με τα ακούσματα που είχα έβρισκα τον εαυτό μου ακόμη και όταν έβγαινα έξω με τις παρέες και το συγκρότημα που σου λέω που είχαμε φτιάξει για πέντε χρόνια και τραγουδούσαμε σε ταβέρνες για κέφι μας, όχι για να πληρωθούμε. Μαζευόμασταν να πιούμε, να φάμε σε μια ταβέρνα που συνεννοούμασταν από πριν και παίζαμε. Και αυτό με εξέφραζε, εκείνη την ώρα ξέδινα, ξέδινα, δεν έπινα, και δεν μπορούσα, δηλαδή εγώ μπορούσα με τη μουσική αυτό που κάνει κάποιος με το ποτό να το πετύχω με την μουσική. Δηλαδή αντί να πιω και να ‘ρθω στο κέφι μπορούσα μόνο με το τραγούδι να ‘ρθω στα κέφια και ήταν σαν να είχα πιεί ξέρω γω.
-        Τα τραγούδια που τραγουδούσες και όλα αυτά τα χρησιμοποιούσες για να εκφράσεις συναισθήματα;
-        Πολλά από αυτά ναι. Πολλά όχι. Πολλά ήτανε μόνον και μόνο για εκείνη τη στιγμή και για την παρέα. Δηλαδή ήξερα ότι γνωρίζοντας πολλά τραγούδια και λοιπά, τους παρέσερνα και τραγουδούσαμε διάφορα και κάναμε κέφι, όλοι μαί. Δηλαδή το έκανα για να δημιουργηθεί μια ωραία ατμόσφαιρα, όχι προσωπικά για κάποιο, δεν με εξέφραζε εκείνη τη στιγμή. Εγώ το μόνο που σου λέω είναι ότι με εξέφραζε μόνο το κλασικό είδος.
-        Και αυτό είναι όταν είσαι εσύ κι ο εαυτός σου.
-        Ακριβώς. Το’ χω κάνει και με άλλους. Δηλαδή..
-        Με ποιούς μοιράζεσαι τη μουσική;
-        Κοίτα είχα φίλους, πολλούς, πάρα πολλόυς φίλους. Έκανα και με φίλους και με σκηνοθέτες και με ζωγράφους και με.. με..με.. μετέπειτα δημοσιογράφοι και λοιπά πέρασαν πολύ από τη ζωή μου. Εκείνη την εποχή που, μετά το στρατό φυσικά, που είχα και μια οικονομική άνεση και είχα νοικιάσει μια γκαρσονιέρα, πάντα είχα.. από είκοσι χρονών είχα δική μου γκαρσονιέρα, είχα το δικό μου χόρο όπου εκεί είχα και τη μουσική μου. Είχα πολλούς φίλους οι οποίοι ερχότανε μόνο και μόνο για να ακούσουνε μουσική, ότι τους βάλω εγώ. Όχι ότι ένιωθαν πολύ καλά. Ένιωθαν εκείνη τη στιγμή το άκουσμα αυτό που τους έβαζα, πίνοντας τσάι και συζητώντας και λοιπά, «τι ωραία μουσική που μας έβαλες», αλλά δεν μπορούσαν να νιώσουν αυτό που ένιωθα εγώ. Κι αυτό γιατί όταν τους έβαζα μία άρια, παράδειγμα, σου λέω χαρακτηριστικά παραδείγματα, τους έβαζα μία άρια να ακούσουνε, την επόμενη φορά που ερχόταν στο σπίτι μου κάποιοι φίλοι, μου λέγανε «Νίκο θα μας βάλεις εκείνη την άρια;» τους έβαζα άλλη και νομίζανε είναι η ίδια.
-        Ένιωθες μοναξιά απ’ αυτό, που δεν το μοιραζόσουνα;
-        Ναι, δεν μπορούσα να μοιραστώ αυτό το πράμα που ένιωθα εγώ με τη μουσική, με κάποιον άλλον.
-        Σε πονούσε αυτό;
-        Ναι. Στεναχωριόμουνα γιατί έλεγα.. ήταν λίγοι αυτοί.. μετά είχα πάρε- δώσε με ανθρώπους που έλεγα κάποιες ιστορίες, από την γιαγιά, τον παππού, από ‘δω, από ‘κει, την άλλη μέρα τα διάβαζα στην εφημερίδα σαν ιστοριούλες μικρές και λοιπά. Και αυτό δεν μου άρεσε. Ή θα μπορουσαν να είναι πιο ειλικρινείς και να μου το λένε, να τους πω κι άλλες δεν είχα κανένα πρόβλημα.
-        Νιώθεις ότι σε χρησιμοποιούσαν δηλαδή.
-        Ναι. Έτσι ξέκοψα και μ’ αυτά τα άτομα. Ήμουνα πολύ.. ό,τι δεν μου’ κανε το πετούσα, το άφηνα στην άκρη. Μάλλον δεν ήμουν ποτέ εκδικητικός άνθρωπος, δεν έπαιρνα ποτέ στη ζωή μου εκδίκηση, δεν ήξερα τι είναι αυτό το πράμα, και δεν ζήλευα ποτέ. Αυτά τα δυο πράγματα δεν τα είχα στην ζωή μου. Ποτέ. Όταν κάτι δεν μου’ κανε έφευγα. Έφευγα και εύρισκα άλλα στέκια, άλλους ανθρώπους, άλλους φίλους και λοιπά. Κράτησα κάποιους φίλους από κείνη την ηλικία, σταθερά, ήμουν άνθρωπος που έδινα συνέχεια, το μόνο μου παράπονο ήταν που δεν έπαιρνα,δεν έπαιρνα.. δηλαδή επειδή αν εγώ δεν δώσω κάτι απ’τον εαυτό μου, και αυτό ακόμη και η μουσική που έδινα ήταν κάτι απ’ τον εαυτό μου, τους έβγαζα δηλαδή την ψυχή μου εκείνη την ώρα και δεν το καταλάβαινε κανείς αυτό που έκανα με τη μουσική εγώ.
-        Πόσο πονάει.
-        Ναι. Και δεν το καταλάβαινε κανείς, αυτό με πονούσε. Δηλαδή, τους έδειχνα κομμάτι απ’ τον εαυτό μου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια φορά, μια κοπέλα φίλη μου εντελώς καλή φίλη, κάναμε παρέα, κοιμήθηκε στο σπίτι μου, εγώ ήθελα να την ξυπνήσω με πολύ όμορφη μουσική και της έβαλα από τον Χατζιδάκι από τις «όρνιθες» το «ώ καλή μου ξανθιά» με πολύ χαμηλή ένταση σιγά- σιγά, σιγά- σιγά να την ανοίγω για να την ξυπνήσω όμορφα και σηκώθηκε με κάτι νεύρα «άι στο διάολο! Κι εσύ και η μουσική που μου ‘βαλες! Και με ξύπνησες! Βόδι!» και λοιπά. Δεν μπορεί.. η μουσική.. θεωρώ ότι κάτι που αρέσει σε’ μένα δεν είναι απαραίτητο να αρέσει στον άλλο γι’ αυτο και ήξερα πολύ καλά ότι ό,τι ακούσματα έχω και με συγκινούν εμένα δεν μπορεί να συγκινήσουν όλους τους άλλους ανθρώπους, και γι αυτό με νοιώθεις να σου λέω ότι στη μουσική είμαι μόνος.
-        Είναι ακόμα το καταφύγιό σου;
-        Ναι, ναι. Και μου έχει μείνει και μάλιστα συνέχεια φρόντιζα δηλαδή να αγοράζω πικαπ, να αγοράζω στερεοφωνικά, ακόμα έχω τα παλιά, όλα τα χρησιμοποιώ με βινύλιο και λοιπά, δεν με πολύ- συγκίνησαν τα cd και όλα αυτά. Προτιμώ το βινύλιο να ακούω το κομμάτι που θέλω, εκεί που το θέλω όπως με τα χριτς χρατς και λοιπά και θεωρώ ότι είναι και καλύτερος ο ήχος και φρόντισα και όλα μου τ’ αδέρφια να έχουν μουσική. Μύησα και τη αδερφή μου τη μεγάλη στη μουσική την κλασική και τώρα τα πιτσιρίκια και όλα τα εγγόνια ας πούμε, όχι δικά μου της αδερφής μου, του αδερφού μου, τα παίρνω παιχνίδια που να’ χουν σχέση με τη μουσική: πιανάκια μικρά, κασετοφωνάκια, τέτοια πράγματα για να έχουν έτσι μια καλή σχέση με τη μουσική.
-        Άμα έτσι σου έλεγα πως θα χαρακτήριζες τη μουσική στη ζωή σου; Με χρώμα; Τι ρόλο θα.. δηλαδή με τί χρώμα θα την χαρακτήριζες.. μάλλον να το πω διαφορετικά: με τι χρώμα θα χαρακτήριζες το ρόλο της μουσικής στη ζωή σου;
-        Με τι χρώμα; Δεν το καταλαβαίνω
-        Αν έδινες ένα χρώμα στη μουσική θα μπορούσες να της δώσεις ένα χρώμα; Και να πεις ότι η μουσική για μένα..
-        Όχι ένα χρώμα, ένα ουράνιο τόξο ναι! Αλλά ένα χρώμα όχι. Η μουσική δεν είναι ένα συγκεκριμένο πράγμα. Η μουσική για μένα είναι πολλά πράγματα μαζί. Πολλά πράγματα. Δεν ξυπνάνε μόνο συναισθήματα, δεν γαληνεύουν, δεν φέρνουν μια ψυχική ισορροπία. Η μουσική μπορεί να σε ανεβάσει, να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, σίγουρα, αλλά χειρότερο αποκλείεται. Και δεν εννοώ μόνον την κλασική μουσική. Συγκινούμαι πάρα πολύ όταν ακούω στα διάφορα σόου που παίζουνε στην τηλεόραση, νεαρά παιδιά να τραγουδάνε τραγούδια της παλιάς, δικιάς μας, καλής δημοτικής μουσικής. Και η ποντιακή μουσική. Δηλαδή δεν ξεχωρίζω τη μουσική. Θα βρω στοιχεία εκπληκτικά σε ποντιακά τραγούδια, και σε στίχους και σε μουσική. Κυρίως μ’ αγγίζει η μουσική και λιγότερο οι στίχοι, εμένα σαν προσωπικότητα και αυτό από την νεαρή ηλικία ακόμα. Δεν έδινα τόσο μεγάλη σημασία στους στίχους. Μετέπειτα και μεγάλος πολύ άρχισα να αντιλαμβάνομαι. Κυρίως τη μουσική. Όταν ακούσω μία μονότονη μουσική δεν με συγκινεί καθόλου. Δηλαδή τα καινούργια στοιχεία αυτά, τα μουσικά και λοιπά, δεν μ’ άγγιξαν εμένα. Μ’ άγγιζε πάντα η μουσική, όταν είναι πολύ καλά εκτελεσμένη από ορχήστρα.
-        Κατάλαβα. Σήμερα σε αυτή τη φάση ζωής που είσαι έχεις κάποιο τραγούδι, κάποια μουσική που σε εκφράζει περισσότερο; Αν σκεφτείς τη φάση στην οποία είσαι αν κάτι απ’ ότι ακούς είναι το πιο.. σε εκφράζει περισσότερο. Τι θα διάλεγες δηλαδή να πεις ότι αυτό θέλω ως αν είμαι ας πούμε ο Νίκος και θέλω να έχει υπόκρουση μουσική αυτό;
-        Ένα τραγούδι συγκεκριμένα με πολύ καταπληκτικούς υπέροχους στίχους και πολύ ωραία μουσική του Παπαδημητρίου το οποίο προσπαθώ τόση ώρα να το θυμηθώ για να σου το πω, το τραγουδάει η Αρβανιτάκη, είναι ένα κομμάτι το οποίο πραγματικά με έχει αγγίξει πάρα πολύ και καταλαβαίνω πολλά πράγματα από τους στίχους και τη μουσική έτσι όπως τα έχει φτιάξει ο Παπαδημητρίου είναι..αχ δεν μπορώ να το θυμηθώ είναι που κολλάω, αλλά μπορώ να στο πω κάποια άλλη στιγμή να σου πω «α! Αυτό το τραγούδι είναι αυτό που ήθελα..» . Αυτό που θα μπορούσα να σου πω ότι με εκφράζει πιο πολύ απ’όλα, έχει να κάνει με τη ζωή που λέει ας πούμε «δεύτερη ζωή δεν έχει» ό,τι κάνεις πρέπει να το κάνεις σε αυτή τη ζωή και μην αφήνεσαι δηλαδή, μην αφήνεις τον εαυτό σου να παρασύρεται από δω και από κει, ό,τι μπορείς να το κάνεις κάν’ το. Και έχω καταλάβει τι είμαι και ότι αν εγώ δεν δώσω δεν πρόκειται να είμαι ισορροπημένος. Πολλές επικρίσεις έχω φάει γι’ αυτό το πράγμα γι’ αυτό μ’ εκφράζει αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι. Δίνομαι πολύ απλόχερα και δεν δίνω μόνο την ψυχή μου τον εαυτό μου και λοιπά, αλλά δίνω και κομμάτια και άλλα πράγματα πολλές φορές που ξέρω ότι ο άλλος τα χρειάζεται και μ’ ενδιαφέρει καθόλου τι λεν οι άλλοι και ότι αν δεν το κάνω, εάν δεν βοηθούσα εγώ την οικογένειά μου δεν θα ήταν σήμερα σε αυτήν την κατάσταση που είναι όλα τ’ αδέρφια μου. Εγώ δεν παντρεύτηκα γι’ αυτόν τον λόγο, έπρεπε κάποιος να στηρίξει την οικογένεια, πολλές φορές το λεγα και στη μάνα μου: « μάνα εγώ δεν παντρεύτηκα, αλλά ήταν σαν να με φόρτωσες την δική σου οικογένεια στη δική μου πλάτη» δεν με πειράζει αυτό κι ούτε θέλω αναγνώριση γι’ αυτό. Αν δεν το έκανα, γιατί άκουσα και αυτό, ότι «γιατί το έκανες;» εάν δεν το έκανα δεν θα ήμουνα εγώ ισορροπημένος. Ό,τι κάνω και ό,τι δίνω, είτε μέσα από μουσική, είτε μέσα από πράξεις, είτε μέσα από συναισθήματα, το κάνω γιατί αλλιώς δεν μπορώ να είμαι καλά. Εγώ. Κι αυτός είναι ένας λόγος κι αυτό με συνδέει με τη μουσική πάρα πολύ. Πάρα πολύ.
-        «τι σε μέλει εσένανε» μπορεί για κάποιους να είναι ένα τραγούδι μικρασιάτικο πολύ χορευτικό και λοιπά. Για μένα δεν έχει αυτήν την σημασία, για μένα είναι αυτό που σου έλεγα πιο μπροστά ότι έπαιρνε το τσίγκινο το μεγάλο το.. την πιατέλα η μάνα μου.. η γιαγιά μου η Ελισσάβετ και το έπαιζε και μας το τραγουδούσε. Το χόρευε πάρα πολύ ωραία η μάνα μου μαζί με την αδελφή της με έναν ρυθμό που δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ. Αυτά για μένα με το που το ακούω αμέσως έρχονται για μένα όλες αυτές οι μνήμες όπου δεν μπορώ να μην συγκινηθώ. Δεν είναι δηλαδή ένα απλό τραγούδι τι ωραία τι καλά τραλαλα τραλαλα. Αλλά έχω πάντα από κάθε τραγούδι, έχω και κάτι να θυμηθώ, κάτι που με έχει συγκινήσει, κάτι που με έχει δέσει με αυτό το κομμάτι και είναι πολλά απλά δεν μπορώ να τα θυμηθώ να σου τα πω σαν τίτλους. Είναι πολλά.
-        Γιατί ήσουν τόσο κλειστός στον εαυτό σου;

-        Κάποια στιγμή ήμουν πολύ κλεισμένος στον εαυτό μου εξαιτίας όλης αυτής της οικογενειακής κατάστασης. Δούλευα, σπούδαζα, έπρεπε να τελειώσουν κάποια πράγματα, αυτό που πήγαινα να μάθω δεν μου άρεσε, αλλά έπρεπε να το μάθω για να μπορώ να επιβιώνω αργότερα, να μάθω μία την οποία δεν την πολύ ήθελα. Δεν μου βγήκε και σε κακό βέβαια, αλλά ήθελα να ξεφύγω λίγο από τα σίδερα. Είχα μπλέξει με σιδηροκατασκευές και τέτοια και ήθελα να ξεφύγω τελείως. Χειριζόμουνα τεράστια μηχανήματα και λοιπά και ήθελα να ξεφύγω, οπότε έτσι με βοήθησαν αυτά τα άτομα από το στρατό. Ξέφυγα και πήγα σε μια άλλη σχολή καμία σχέση με αυτό που έκανα τότε. Για να μπορέσω να μάθω κάτι διαφορετικό να ξεφύγω από αυτή την κατάσταση. Δεν μου πήγαινε αυτό το πράγμα. Τα’ κανα, μια χαρά τα κατάφερνα κι εκεί προϊστάμενος ήμουνα, και όπου και να πήγαινα πάντα έπαιρνα μια καλή θέση. Και σε μάρμαρα και σε τέτοια που δούλευα και σε μωσαϊκά που έφτιαξα και το γηροκομείο και όλα πέρασαν απ’ τα χέρια μου. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή ενώ πήγαινα σε νυχτερινό σχολείο, ήρθε κάποιος και μας είπε ότι ο πατέρας μας είναι πολύ άρρωστος. Φυσικά δεν ήθελε κανείς να τον δει. Εγώ σκέφτηκα ότι: «ας πάω να τον δω, στο κάτω- κάτω απ’ αυτόν βγήκαμε», επειδή είχα πάντοτε την έλλειψη ενός προστάτη. Κατάλαβες; Ακόμα και όταν μεγαλώσεις την έχεις αυτή την έλλειψη. Όσο μεγάλος και  να γίνεις θα σου μείνει, γιατί δεν είχα ποτέ έναν προστάτη. Και με την αδερφή μου την μικρή που δεν ήμασταν και τα αγαπητά παιδιά της μάνας μας εμείς, και η αδελφή μου κι εγώ, οι άλλοι ήταν οι αγαπητοί της. Εμάς μας είχε γραμμένους. Τέλος πάντων πήγαμε και τον βρήκαμε. Ήταν όντως άρρωστος πολύ, ήταν στο νοσοκομείο, ε κάποια στιγμή βγήκε απ’το νοσοκομείο. Εμείς πηγαίναμε και τον βλέπαμε. Είχε πάθει κάτι, έναν όγκο εδώ στο λαιμό κάπου τέλος πάντων, δεν θυμάμαι ακριβώς τι, δεν ήταν κάτι πολύ σοβαρό, πέρασε. Αυτό όμως τον έκανε να μην πίνει και να αποτοξινωθεί για ένα μήνα που ήταν στο νοσοκομείο, οπότε είχε αρχίσει να έρχεται και στα καλά του και πείσαμε σιγά- σιγά την μάνα μας να τον πάρουμε στο σπίτι, να τον έχουμε, γιατί καλώς ή κακώς θέλαμε κι έναν πατέρα έτσι είχαμε μάθει, θαρρείς και ήτανε απαραίτητος. Ένα χρόνο, μόνο ένα χρόνο, ήτανε καλός απέναντί μας. Δούλευε, έφερνε τα χρήματα και λοιπά. Μετά από ένα χρόνο άρχισε να κάνει τα ίδια που έκανε και όταν ήμουνα παιδί, να πίνει, να κάνει ό,τι γουστάρει, αγόραζε δίσκους πικαπ και τέτοια και ξεσήκωνε όλη τη γειτονία και κάθε πρωί απ’ τις τρεις η ώρα, ενώ εμείς σηκωνόμασταν και πηγαίναμε στις δουλειές όλοι μαζί, απ’ τις τρεις η ώρα σήκωνε τη μάνα μου και την είχε σούζα και την έψελνε διάφορα πράματα. Κάποια στιγμή δεν άντεξα, τον άρπαξα απ’ το λαιμό, τον λέω «τέρμα! Μέχρι εδώ! Από δω και πέρα θα κάνεις ό,τι σου λέω γω!» μεγάλος ήμουνα πια, ε ήμουν εικοσιτρία χρονών.. εικοσιτέσσερα, μόλις είχα απολυθεί. «τέρμα αυτά! Αν θες να μείνεις εδώ. Αν δεν θες πάρε δρόμο και φύγε όπως ήσουνα και πριν.» κακώς το δέχτηκε που κάποιος από τα παιδιά του τόλμησε να του το πει και ήμουνα ο προτελευταίος, οι άλλοι όλοι με βλέπανε, τόλμησε να του σηκώσει γλώσσα και να..τον άρπαξα και τον κάθισα στο κάθισμα. Πήρε το σκεπάρνι να μου το κοπανίσει στο κεφάλι, έκανα στο πλάι εγώ, χτύπησε τον καναπέ, άρπαξα το σκεπάρνι το πέταξα, τον έδωσα κανα δυο, έφυγε μέσα στην κουζίνα άρπαξε ένα μαχαίρι το είχε στην πλάτη του πίσω να μην το βλέπω εγώ, ήρθε να με καρφώσει με το μαχαίρι, δεν τα κατάφερε πάλι το πήρα, το κανα δυο κομμάτια και του έδωσα και ξύλο και τον άρπαξα απ’ το λαιμό και αν δεν ήταν η αδερφή μου η μικρή να βάλει δύναμη να βγάλει τα χέρια μου από το λαιμό του, θα τον είχα πνίξει.. θα τον είχα πνίξει. Τον έδειρα, τον έστειλα από εκεί που’ ρθε, δεν τον ξαναείδαμε από τότε ποτέ. Ποτέ. Μία φορά που τον συνάντησα στο δρόμο προσπάθησε να με αποφύγει, αλλά.. κι όταν, αυτό στο λέω για να δεις ότι.. ποια ήταν η αιτία που ακόμα και τη μουσική δεν τη μοιραζόμουνα με κανέναν αυτά που σου λεγα πιο μπροστά, όταν πέθανε με πήρε τηλέφωνο ένας παπάς και μου είπε ότι «είστε ο τάδε; Ξέρετε έχετε έναν πατέρα ο οποίος ζει εδώ κάπου στον Εύοσμο» ήτανε χαμένος δεν ξέραμε καθόλου δεν τον είχαμε ξαναδεί ποτέ, μεγάλος πια ήταν ογδονταπέντε χρονών, όταν έγινε αυτό το περιστατικό «εε ξέρετε» είχε προηγηθεί κάτι άλλο, μια γειτόνισσα που ήθελε να μας βγάλει στην τηλεόραση και λοιπά και την έβαλα στη θέση της, τελικά με πήρα ο παπάς και μου λέει «τί να κάνω εγώ; Είναι άρρωστος» του λέω «άμα θες να ‘ρθω και να γίνω πατροκτόνος.. τι να ‘ρθω να κάνω; Έναν άνθρωπο τον οποίο ούτε τον αισθάνομαι πατέρα, ούτε τον φώναξα πατέρα, ούτε ξέρω τι σημαίνει το συναίσθημα αυτό του πτέρα και λοιπά, οπότε τι να ρθω να κάνω; Να τον πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια;» Δεν πήρα τίποτα από αυτόν παρά μόνο αυτό που λένε ξέρω γω και μόνο που σ’έφερε στον κόσμο.. να μη μ’ έφερνε, να μη ζούσα τέτοια ζωή που πέρασα, με τόσα βάσανα. Και τον είπα τον παπά «κάνε ότι θέλεις» και λέει ο παπάς «δεν έχεις άδικο, γιατί όταν τον ρώτησα θες να φωνάξω τα παιδιά σου, με είπε όχι». Καταλαβαίνεις τώρα και για ποιο λόγο κι εγώ ήμουνα τελείως μα τελείως.. δεν είχα κανένα συναίσθημα απέναντι σ αυτόν τον άνθρωπο. Κανένα. Ούτε ένα. Δεν ήθελε ούτε ένα απ’ τα παιδιά του να τα δει. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ την αδερφή μου, τις δύο αδερφές μου οι οποίες πήγαν και βρήκαν τον τάφο του μετά και είχαν πάρει και λουλούδια. Τόση ήταν η απέχθεια τους σ’ αυτόν τον άνθρωπο που και τα κεριά τ’ανάψαν σε διπλανό τάφο και τα λουλούδια τα βάλαν σε διπλανό τάφο όχι σ’αυτόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου