Για τις ανάγκες της θεατρικής μας ομάδας

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Συνέντευξη Αθηνάς




Συνέντευξη κυρίας Αθηνάς (πεθερά Μαρίας Τσιμπουκέλη)

Ερώτηση: Λοιπόν, κυρά Αθηνά θα μας πεις πρώτα ποιο τραγούδι θυμάσαι από την παιδική σου ηλικία
Αθηνά: Ένα σωρό είναι (τραγούδι: ήσουνα δώδεκα χρονών και πήγαινες σχολείο/Μαρινάκι -γέλιο) το γραμμόφωνο είναι...Ήμουνα τότε εφτά χρονώ αυτά ..τα γραμμόφωνα
Ερώτηση: Ακούγατε τότε μουσική από το γραμμόφωνο στο χωριό;
Αθηνά: Ακούγαμε, ακούγαμε...Τα παιδιά λέγανε, τα παλικάρια, μεγάλα παλικάρια, εγώ ήμουνα μικρή, τραγούδια, εγώ χωνόμουνα εκεί και τους άκουγα πώς τραγουδούσανε, τι λέγανε και....τραγούδια πολύ ωραία..
Ερώτηση: Κάνατε και καντάδες στο χωριό;
Αθηνά: Ωχώ! Καντάδες! Ξύπνα μωρό μου κι άκουσε κάποιο μινόρε της αυγής (μία στροφή από το τραγούδι: ξύπνα μωρό μου κι άκουσε) τα ξέχασα πώς το λένε..
Ερώτηση: Δεν μου λες, έρχονταν τα παλικάρια στο παραθύρι σου;
Αθηνά: Όχι εγώ...α, στα δικά μας, ε, τραγουδούσανε, το καθένα το παλικάρι ξέρω το τι τραγούδι το τραγουδούσε. Η καθεμία που ήτανε ερωτευμένη, χωρίζανε , την άφησε ο αρραβωνιαστικός της κι εκείνο το τραγούδι το θυμάμαι. Μια άλλη αρραβωνιάστηκε ένανε, τον χώρισε, ε, μετά.. πήγανε τρία χρόνια αρραβωνιασμένοι, μπήκε ένας άλλος και το τραγουδούσε εκείνη το τραγούδι
Ερώτηση: Ποιο τραγούδι;
Αθηνά: (Τραγούδι: μ΄έχεις κλεισμένη μέρα-νύχτα μες το σπίτι) στη σάλα τριγυρνούσε και το τραγουδούσε, εγώ ήμουν μικρή και την άκουγα
Ερώτηση: Εσύ ποιο τραγούδι τραγουδούσες, ποιο σου άρεσε να τραγουδάς όταν ήσουν μικρή;
Αθηνά: Όλα. Και καντάδες και ζεμπέκικα και χασάπικα (τραγούδι: άντε κοπελίτσα μου/άντε φρατζολίτσαμου-γέλιο) κι αυτό από μικρή το ξέρω
Ερώτηση: Ο κύριος Χρήστος ποιο τραγούδι σου τραγούδαγε εσένα;
Αθηνά: Ω, δεν τραγουδούσε τόσο ο άντρας μου. Ήταν και σ’ άλλο χωριό εκείνος, μετά μ’ άκουγε να τραγουδάω αλλά πήγαινε κι εκείνος να τραγουδήσει αλλά δεν μπορούσε. Εγώ όταν πήγα στο Αετοχώρ... ε! τα παλικάρια αηδόνα στη Φιλώτεια με φωνάζαν..
Σχόλιο: Και είσαι, ακόμα είσαι
Αθηνά: Με φωνάζαν και πόσοι με θέλαν, αλλά δεν έχω και παράπονο από τον άντρα μου. Τον παινέψαν «είναι καλός» και τον πήρα και πέρασα καλά. (παύση) Ωχ, Θεέμου... Δουλέψαμε σκληρά, τρέξαμε εδώ, εκεί, αλλά δόξα το Θεό..
Ερώτηση: Και με τα τραγούδια κυρα Αθηνά τι ένιωθες;
Αθηνά: Όταν άκουγα τα τραγούδια και στη Φιλώτεια πηγαίναμε στη βόλτα, τότε πια μεγάφωνα τραγουδούσαν, πώς το λένε μεγάφωνα, κι εγώ χόρευα (γέλιο) έτσι από πίσω στη βόλτα. Και με λέει ένας «κούνα το, κούνα το» (γέλιο)
Σχόλιο: Ήσουν χορευταρού, δηλαδή..
Αθηνά: Όταν το χόρεψα το κρητικό, όταν ήρθαμε από την παιδόπολη, γιατί εκεί μας μαθαίναν στην παιδόπολη τραγούδια, χορούς, παρέλαση κάναμε, μετά στην Αθήνα στο Καβούρι πήγαμε, στην α, Κηφισιά μας πηγαίναν οι ομαδάρχισσές μας, ε, στην Ερυθραία. Στον άγνωστο στρατιώτη έχω παρελάσει. Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα κι ο Κωνσταντίνος ένα χρόνο πιο μικρός ήταν από μένα, εγώ ήμουνα δέκα χρονών τότε στα ένδεκα κι αυτός ήτανε δέκα. Μας καμαρώνανε....(παύση/γέλιο)
Ερώτηση: Κι όλα αυτά που θυμάσαι με τα τραγούδια τα θυμάσαι, ε;
Αθηνά: Με τα τραγούδια. Κοίτα, ε, όλα το ένα πίσω από τ’ άλλο θέλω να τα λέω...όλα κι από το γραμμόφωνο. Όταν ήμουνα μικρή τα καφενεία είχαν τα γραμμόφωνα στο παράθυρο και οι μπαμπάδες μας, τα παλικάρια τα μεγάλα, εγώ ήμουνα μικρή και πήγαινα άκουγα έτσι.... (τραγούδι: Μαρινάκι) είναι μερικοί (ήχος βαριανασαίματος) όταν τραγουδάνε. Η ξαδέλφη μου η Πολυξένη «αχ, Αθηνά τι ωραία τραγουδάς, απ’ το κεφάλι σου τη φωνή την εβγάζεις». Είναι μερικοί τεντώνουν αυτά, τα αυτά τους. Πώς το λένε είχα χάρισμα εγώ
Ερώτηση: στα παιδιά σου τραγούδαγες τραγούδια;
Αθηνά: Ωχώ! Τα τραγουδούσα και για τα μωρά μου, μωρά όταν ήταν τα τραγουδούσα κι όταν πηγαίνανε σχολείο, μετά τελειώνανε τα μαθήματα χορούς τα μάθαινα, τους τραγουδούσα, χορούς, όταν ερχόταν ο άντρας μου ο συχωρεμένος απ’ το καφενείο μας έβλεπε και γελούσε.Φασαρία δεν ήθελα, τραγούδια, χορούς, αυτά. Έι, ει (αναστεναγμός) τι καντάδες, εκατομύρια τραγούδια ξέρω, καντάδες, τσάμικα, χασάπικα, ζεμπέκικα (παύση)
Ερώτηση: Καντάδα, πες μια καντάδα που θυμάσαι...ποια καντάδα θα ήθελες να σου ξαναπούν;
Αθηνά: Λίγο, λίγο όμως (τραγούδι: ξύπνα μωρό μου κι άκουσε)
Ερώτηση: Τι σου θυμίζει αυτή η καντάδα;
Αθηνά: Έτσι, μ’ άρεζε, σαν τι να μου θυμίζει... τα ’θελα αυτά τα τραγούδια, τα τραγούδια τα ’θελα και τους χορούς..
Ερώτηση: Πού την είχες πρωτοακούσει αυτή την καντάδα;
Αθηνά: Εκεί στο χωριό, τα παλικάρια τραγουδούσανε, οι μεγάλοι, εγώ ήμουνα μικρή και χωνόμουνα έτσι, και δεν θέλω εκείνα να τα τραγουδ.... και αντάρτικα τραγούδια τραγουδούσανε, εγώ πήγαινα κοντά τους να τ’ ακούσω. Κι όταν μας κάνανε παρέλαση μας πηγαίνανε στην Τήνο, στην .....(παύση) παιδόπολη, τι τραγούδια μας τραγουδούσαν, οι φαντάροι, θα ’ρθουν να κοινωνήσουν και μετά τα καημένα θα παν να πολεμήσουνε. Εχ, και της παιδοπόλεως τραγούδια τα πιο μεγάλα τα κορίτσια βγάζαν (τραγούδι: απ’ το χωριό κινήσαμε παιδομάζωμα να πάμε)
Ερώτηση: Αυτά τα τραγουδούσατε στην παιδόπολη;
Αθηνά: Στην παιδόπολη και χορεύαμε μας βάζαν οι δασκάλες μας (τραγούδι: έχουμε και μπαρμπουνάκια) Άιντε οι φαντάροι πάλι (τραγούδι: σε λίγο κι εμείς στα βουνά νικητές)
Ερώτηση: Αυτό το λέγαν οι φαντάροι πού ήταν εκεί;
Αθηνά: Οι φαντάροι, από την Αθήνα, στα νησιά δεν είχε αντάρτοι τότε, δηλαδή εκεί φόβος δεν υπήρχε, γι’ αυτό στα νησιά μας πήγαν εμάς. Ερχόντουσαν οι φαντάροι απ’ τις άλλες τις πόλεις, απ’ την Αθήνα, απ’ την Μακεδονία για να κάνουν, πώς το λένε, για να κοινωνήσουν και για να πάνε να πολεμήσουνε, στο Γράμμο, στα βουνά...
Σχόλιο: Κι όταν έρχονταν εκεί τραγουδούσαν αυτό το τραγούδι
Αθηνά: Ναι, ναι, παρέλαση κάνανε (τραγούδι: στο Γράμμο ψηλά)
Ερώτηση: Πότε ήταν αυτό;
Αθηνά: Αυτό ήταν το  ’48. Ήμασταν στην Αρδαία ανταρτόπληκτοι και οι δικοί μας εδώ ας πούμε οι...οι κομμουνισταί, αυτοί παίρνανε, μαζεύανε, οι αντάρτοι παίρνανε παιδομάζωμα για τη Ρωσία, εμάς μας παίρνανε ο βασιλιάς, η βασίλισσα να ’ναι καλά τότε που μας πήρανε παιδομάζωμα στα νησιά.
Ερώτηση: Εσύ πόσο χρονών ήσουν τότε;
Αθηνά: Ωχ, Θε μου, τότε ήμουν εγώ...το ’35 γεννηθείς είμαι, τότε ήμουνα, πόσο...δέκα χρονών, αλλά τα θυμάμαι... Στάσου να το θυμηθώ αυτό το τραγούδι, μου αρέσει (τραγούδι: στο Γράμμο ψηλά)
Σχόλιο: Το θυμάσαι πολύ καλά
Αθηνά: (γέλιο) Τα θυμάμαι. Και στην Αλβανία τότε ο μπαμπάς μου όταν ήρθαν απ’ την Αλβανία, ο Πασκούλης κι ο μπαμπάς μου έρχονται και τι ήμουν επτά χρονών, έτρεξα απ’ το Ριζοχώρι, απ’ τη Φιλώτεια και πήγα να περιμένω κι εγώ τον μπαμπά μου και το θυμάμαι με φανταρίστικα ρούχα, δηλαδή όταν απελευθερώθηκε τότε, τον Οκτώβρη τους πήρανε τους μπαμπάδες μας, μετά το Πάσχα απελευθερώθηκε και πήγα τον περίμενα με μια άσπρη πετσέτα δω, με φανταρίστικα, στρατιωτικά, τον αγκάλιασα, με αγκάλιασε και το θυμάμαι (τραγούδι: Μάρκο, Μάρκο μονάχος θα μείνεις/έξω η Βουλγαριά, ουστ!) –γέλιο- αυτά τώρα, όχι όλα να ’ναι, θα πουν τι προπαγάνδα κάνεις, μην τα λέτε..
Σχόλιο: Όχι, καλέ μην στενοχωριέσαι
Αθηνά: Ναι, φοβάμαι (γέλιο)
Ερώτηση: Και τώρα; Αυτά είναι από παλιά. Τι θέλεις να μας τραγουδήσεις κι άλλο;
Αθηνά: Κάτσε, ακόμη ένα, αυτό είναι ιταλικό (τραγούδι: κυρ Λοχαγέ μου πάρτε με) Αυτό τότε ήμουν επτά χρονών
Ερώτηση: Πού το άκουσες αυτό;
Αθηνά: Εκεί στο χωριό (παύση)
Σχόλιο: Το λέγαν οι φαντάροι
Αθηνά: Τους άκουγα, εκεί που το τραγουδούσαν τα παλικάρια, τα κορίτσια... Να κι αυτό, πάλι καλαμπόκια καθαρίζανε, εγώ μικρή ήμουνα και χωνόμουν κοντά τους. Τα παλικάρια από μια μεριά, δηλαδή θα μαζέψουν καλαμπόκια, θα ρθούνε σε μας να καθαρίσουν, να ξεφλουδίσουν τις κουκουνάρες, άλλοι όταν είχαν δουλειά, δανεικά κάνανε κι εγώ χωνόμουνα έτσι, τα παλικάρια από μια μεριά, τα κορίτσια από άλλη μεριά
Ερώτηση: Για πες τώρα, απ’ ό,τι θυμάμαι όταν σε γνώρισε ο μπαρμπα-Χρήστος σε είδε να χορεύεις;
Αθηνά: Εγώ, ναι..
Ερώτηση: Ποιο τραγούδι χόρευες τότε, θυμάσαι;
Αθηνά: Ε, στου Λαζαρίδη, εκεί ήμασταν τότε κοντά. Κάθε Κυριακή βγαίναμε βόλτα, τα κορίτσια, τα παλικάρια και τραγουδούσανε το μεγάφωνο. Ε, εγώ πήγα να γεμίσω νερό. Απ’ το Αετοχώρι ο Τρίψης ήτανε και μια Δήμητρα Πατουλίδη. Με κείνηνα και τον άντρα της, Πασκούλης λέγεται, ήμασταν φιλενάδες, σαν συγγενείς, πήγαινε φαντάρος ο άντρας της κι εγώ την είχα και η νονά της ψυχοπαίδι ήταν η θεία της εκεί, όχι (παύση) α, αυτοί ήρθαν από πάνω και μετά αυτοί πήρανε του αδερφού της το παιδί και μετά κάναμε παρέα. Εγώ πήγα να γεμίσω απ’ τη βρύση νερό, τότε είχαμε έξω νερό, και τον ακούω τον Τρίψη λέει «Δημητρούλα, να βρούμε στο Χρήστο ένα καλό κορίτσι, ενώ εκείνοι για μένα το λέγανε, ενώ απ’ το χωριό μου είπαν ότι.. δηλαδή να με αρραβωνιαστεί εκείνος, αλλά εγώ δεν τον ήθελα αυτόνα, έλεγα αυτός, αλλά έλεγα «άντε ας τον πάρω». Ύστερα μόλις μου είπε ο Τρίψης και η Δημητρούλα «Αθηνά είναι ένα καλό παιδί, πάρα πολύ καλό, φασαρία δεν κάνει, είναι και ξύπνιος, πρόεδρος και το ένα και το άλλο» κι εγώ πολύ φοβόμουνα να μη με χτυπάει ο άντρας, λέω «μόνο να μη με χτυπάει» (γέλιο). «Όχι, λέει, είναι καλό παιδί». Ε, με λέει η Δημητρούλα «είναι καλό παιδί» με πιάνει κι ο Τρίψης «Αθηνά, πολύ καλό παιδί είναι θέλεις να...». «Αν είναι καλό παιδί, καλά, λέω» Μετά εκείνη ήταν η θεία της Δημητρούλας, είχε βαφτίσει τις αδερφές μου τις πιο μικρές, εγώ από τους Προμάχους είναι η νονά μου, λέει «Αθηνά έλα να μιλήσετε με το Χρήστο», «Όχι, λέω εγώ με άντρα δε μιλάω», δεν πήγαινα, άλλοι, και τότε είχε ω! τι είχε, πόσες μπλέκανε! Λέω όχι εγώ με άντρα δε μιλάω. Μετά, λέω εκείνος που θέλει να ’ρθει στο σπίτι. Ούτε ανταμωθήκαμε, ούτε μιλήσαμε, ούτε τίποτα. Ήρθε ο θείος μου ο Κωνσταντίνος ο συχωρεμένος κι εκείνος, ο Τρίψης, ο μπαμπάς μου, επειδή στο Αετοχώρι δεν ήθελε, η μάνα μου, όχι λέω θα τον πάρω.
Ερώτηση: Χωρίς να τον δεις τον είπες αυτό;
Αθηνά: Ναι, να τον πάρω λέω
Ερώτηση: Γιατί το είπες αυτό; Ήθελες να φύγεις από το χωριό σου;
Αθηνά: Όχι, αφού ήταν καλός, είχε καλά παιδιά και στο χωριό, ω! εκείνοι που με ζητούσανε....
Ερώτηση: Επειδή άκουσες πως είναι καλός, αλλά δεν τον είδες ακόμα. Μετά πώς τον είδες;
Αθηνά: Μετά ήρθε στο σπίτι, τον είδα και «ε, Αθηνά και Χρήστο τι λέτε; Τον αγαπάς; Τον αγαπώ. Κι εσύ Χρήστο την αγαπάς την Αθηνά; Την αγαπώ την Αθηνά» (γέλιο)
Ερώτηση: Κάποιο τραγούδι που να θυμάσαι από κείνη τη στιγμή που τον είχες δει; Που είχες πει ότι σε είχε δει να χορεύεις....
Αθηνά: Α, ναι με τον αυτόνα, ήρθανε μετά με τον Τρίψη να με βλέπουν εκεί.... κι εγώ....τραγουδούσανε και χορεύανε κι εγώ από έξω πηδούσα, χόρευα κι αυτός με έβλεπε
Ερώτηση: Τι τραγουδούσαν, θυμάσαι;   
Αθηνά: Μωρέ, τα όργανα το παίζανε.....στάσου (παύση)....μόνο το καλαματιανό το θυμάμαι (τραγουδάει τη μουσική) κι αυτός με λέει «άντε βρε αυτή πως χορεύει, να ’τη πετάει», «όχι αυτή δεν γίνεται, λέει, είναι και μικρή», ενώ δεν ήμουνα μικρή, ήμουνα είκοσι χρονώ και μετά, να του Αγίου Δημητρίου ήρθαν στο πανηγύρ, μετά τανα ήρθε πήγαμε στην Θηριόπετρα έιχε το πανηγύρι, ήμουνα με τις φιλενάδες μου κι αυτοί με βλέπανε εκεί καθισμένοι δύο χωριανοί, ο Τρίψης ήταν στο χωριό μας, από το Αετοχώρι στη Φιλώτεια κι ο Χρήστος κατέβηκε από κει με τα άλλα τα παιδιά, γιατί ήτανε είκοσι παιδιά, οι γονείς του ήτανε, φύγανε προς τα πάνω, αυτοί ήτανε φαντάροι και μείνανε εκεί. Και με κοιτάξανε και λέει «κοίτα τηνα Χρήστο», εγώ ήμουνα μ’ ένα φουστανάκι, τα μαλλιά μου ωραία ξανθά ήτανε τότε, μια με είπε, η Ζαφειρούλα «αχ, Αθηνά μ’ αυτό το φουστανάκι είσαι σα κουκλί» με κάτι ωραία λουλουδάκια, το είχα ράψει στη παιδόπολη και λέει «κοίταξέ την αρέσεις; Την αρέσω», λέει. Μετά πήγαμε στολίσαμε, ήρθανε μετά προξενιό.....
Ερώτηση: Και στο γάμο τραγουδήσατε, χορέψατε, θυμάσαι τραγούδια από το γάμο;
Αθηνά: Όχι, στη μητρόπολη της Έδεσσας στεφανωθήκαμε, στο χωριό εμείς δε στεφανωθήκαμε, γιατί μόνο η αδερφή μου η Ελένη και η Χρυσάνθη οι συχωρεμένες και οι δύο φύγανε....εκείνες ήρθανε μαζί μου και ο Χρήστος, ε, πήγαμε μαζί στην κουμπάρα μας, εκεί καθίσαμε, εκεί με στολίσανε, κι από κει πήγαμε....
Ερώτηση: Και μετά έφυγες, πήγες στο Αετοχώρι. Εκεί στο Αετοχώρι τι τραγούδια θυμάσαι;
Αθηνά: Όλα τα τραγουδούσα αυτά
Ερώτηση: Απ’ το πρωί που ξύπναγες ξεκίναγες με τραγούδι, δηλαδή;
Αθηνά: Εκεί τα πιάτα μου τα έπλενα και τραγουδούσα
Ερώτηση: Θυμάσαι ποιο τραγούδι σου άρεσε να τραγουδάς όταν ξυπνούσες το πρωί;
Αθηνά: Θυμάμαι..Όλα! Θα τραγουδήσω ένα κι ύστερα με τη σειρά...
Ερώτηση: Με ποιο ξεκινούσες; Ποιο ήταν το πρώτο που σου ερχόταν στο μυαλό;
Αθηνά: (Τραγούδι: η μοίρα φέρθηκε σκληρά για μένα). Όποιο τραγούδι μου ερχόταν εκείνο το τραγουδούσα. 
Ερώτηση: Αυτό πώς σου ήρθε, είναι λίγο μελαγχολικό, ε;
Αθηνά: (τραγούδι: από φαρμάκια και καημούς) μετά, το ένα θα το τραγουδήσω, ύστερα το άλλο.
Ερώτηση: Ναι και στο χωράφι με την αδερφή μου την Ελένη κι εκείνη ωραία το τραγουδούσε, πέρασε ένας, χασάπης ήτανε «εεε! Μπράβο ρε κορίτσια». Ύστερα με την αδερφή την Χρυσάνθη κουκούλια ταϊζαμε, σκουλήκια ήταν και κουκούλια κάναν και ανέβαινα πάνω στα δένδρα κι έκοβα με το αυτό..... πώς το λένε τα κλαδιά κι ανέβηκα επάνω και το τραγουδούσα αυτό κι ένας εκεί απ’ το χωριό μας είχε χωράφι δίπλα, μ’ άκουγε (τραγούδι: ο κόσμος είναι αχάριστος) κι εκείνος με λέει «αχ, βρε Αθηνά αν δεν ήμουνα παντρεμένος θα σ’ έκλεβα» (γέλια)
Ερώτηση: Αυτό το τραγούδι που τραγουδούσες προηγουμένως σ’ άρεσε πολύ, ε;
Αθηνά: Όλα, όλα μ’ αρέσαν. Κι οι τουρκόφωνοι όταν είχαν έρθει στο χωριό μας πρόσφυγες, γιατί Τούρκοι ήταν στο χωριό μας όλοι, οι εντόπιοι ήταν λίγοι, άκουγα τους...μικρή ήμουνα στα καφενεία χωνόμουνα και το τραγουδούσαν το τούρκικο το τραγούδι και το θυμάμαι από τότε (τούρκικο τραγούδι). Με Πόντιους πα καθόμασταν, πώς το λένε στην αποθήκη στην Αριδαία, ανταρτόπληκτοι, τι ήμουν τότε δέκα χρονώ (ποντιακό τραγούδι) εμ τι ήμουνα τότε, δέκα χρονώ ήμουνα, ανταρτόπληκτοι, τι ήμασταν τότε, όλα τα θυμάμαι όλα....
Ερώτηση: Όλα τα παλιά με τα τραγούδια τα θυμάσαι, ε;
Αθηνά: Όλα, όλα! Εκατομύρια τραγούδια ξέρω! Από εφτά χρονώ τα θυμάμαι από τότε
Ερώτηση: Μήπως γι’ αυτό τώρα που μένεις μόνη σου εκεί μόνο με το ραδιόφωνο κάνεις πάρεα κι αυτό θέλεις μόνο ν’ ακούς;
Αθηνά: Αυτό, ναι, αυτό. Αν δεν τα ήξερα τα τραγούδια έπρεπε να τρελαθώ, όπως είχα έτσι τον πεθερό σου, ωχώ!
Ερώτηση: Με τα τραγούδια δηλαδή κατάφερνες να ξεχνιέσαι...
Αθηνά: Ναι, ναι! Θα χορεύω, θα τραγουδάω (τραγούδι: τι τα θέλεις τα στολίδια)
Ερώτηση: Και για πες εκεί στο χωριό που είσαι μόνη σου βάζεις από το πρωί το ραδιόφωνο...
Αθηνά: Ολόκληρη μέρα το ραδιόφωνο, κάνω όλες τις δουλειές, τα πιάτα, ένα άτομο αλλά πάλι έχω δουλειά και θα σφουγγαρίσω και θα τινάξω και θα σκουπίσω την ημέρα «τι κάνεις μου λένε», τι κάνω; αυτό που κάνω εγώ, λέω, τίποτα εσύ δεν κάνεις, είναι μια που τίποτα δεν κάνει βρωμιάρα εκεί....
Ερώτηση: Και την ώρα που δουλεύεις ακούς πάντα μουσική. Τι ακούς;
Αθηνά: Ναι. Τον Στράτο Διονυσίου, τον Καζαντζίδη, την.....(παύση)
Ερώτηση: Λαϊκά, κυρίως..
Αθηνά: Λαϊκά ακούω, ρεμπέτικα ακούω και καντάδες όλα τα ακούω, αν δεν είναι το ράδιο, ύστερα θα ξαπλώσω η ώρα δώδεκα, γιατί θα πάω στον κήπο, φεύγω η ώρα δέκα από τον κήπο, μετά τα πιάτα μου θα πλένω, θα πάρω το χάπι μου, θα φάω, θα στρώσω, θα ξαπλώσω και το ράδιο εκεί.
Σχόλιο: Είναι η συντροφιά σου. Τηλεόραση δεν έχεις στο σπίτι, έτσι;
Αθηνά: Δεν θέλω τηλεόραση. Γιατί τα θυμάμαι με τον άντρα μου. Εγώ ξάπλωνα, κουρασμένη από τη δουλειά, να τσαπίζεις, εκείνος το παιδί το κρατούσε, εγώ θα το θηλάζω, πώς το λένε, θα το δώσω να φάει, θα το πάρει εκείνος να το κρατάει, εγώ πιάτα να πλένω, να ζυμώσω, τη νύχτα έπλενα τα ρούχα, μετά...κουραζόμουνα. Εκείνος τηλεόραση βλέπει. Και το θυμάμαι αυτό που μου έλεγε «Αθηνά, σήκω να δεις». «Φύγε βρε από δω είμαι κουρασμένη». «Βρε, σήκω να δεις τι ωραία πράγματα παίζει», «όχι δε βλέπω» -για τα έργα-. Δε σηκωνόμουνα εγώ. Έτσι θα ξαπλώσω και θ’ ακούσω τα τραγούδια μου, τηλεόραση δε θέλω. Όταν ακούω τον Στράτο Διονυσίου –πολύ ωραία τραγουδάει- λέω «μπράβο σας, χαλάλι το γάλα που το βυζάξατε από τις μάνες σας» Και τον Καζαντζίδη και ο Νταλάρας και άλλοι τραγουδισταί, η Βίκη Μοσχολιού, η Πόλυ Πάνου, η .....πώς τη λέγανε μωρέ, η.... Γλυκερία, τι ωραία τραγουδάει κι εκείνη. Και τους ακούω και λέω «μπράβο σας» -μιλάω ντε και μόνη μου- που σας γεννήσαν τέτοιες μάνες με τέτοιες φωνές που δίνουν στον κόσμο, γιατί είναι πολύς κόσμος που με τα τραγούδια συντροφιά έχουνε, τα ’χουνε συντροφιά και...
Ερώτηση: Τι δίνουν στον κόσμο δηλαδή;
Αθηνά: Ε, έχω ακούσει πολλούς! Χαρά δίνουνε, πώς το λένε, δηλαδή όχι μόνο να σκέφτεσαι και να σκέφτεσαι το ένα και το άλλο, να στεναχωριέσαι, δηλαδή μας δίνουνε χαρά, τα ξεχνάμε εκείνα λίγο-λίγο. Αν δεν είναι τα τραγούδια εγώ να τ’ ακούω, πώς ήταν ο πεθερός σου άρρωστος, πώς τον σήκωνα, πώς τον άλλαζα, το τι έκανα, πώς από την πεθερά μου το τι υπόφερα. Έφυγε ο πεθερός σου πρώτα, μετά την πεθερά που με βλαστημούσε και μ’ έλεγε «κόρη να γεννήσεις να μη σώσεις να τη μεγαλώσεις». Τι υπόφερα εγώ...
Ερώτηση: Δεν σου έχει τύχει ποτέ κάποιο τραγούδι να μη θέλεις να το ξανακούσεις;
Αθηνά: Όχι.......Α, αυτά που τα λένε τώρα δε μου κάνουνε....
Ερώτηση: Ποια εννοείς;
Αθηνά: Να αυτά τα παιδιά που τα λένε με ξένη γλώσσα, αυτά όχι..
Σχόλιο: Τα μοντέρνα. Εσύ θέλεις τα παλιά τα λαϊκά, αυτά που ξέρεις εσύ. Αλλά όποιο τραγούδι και να ακούσεις, αν κάποιο τραγούδι έχει λόγια λυπητερά δεν σε στεναχωρεί αυτό;
Αθηνά: Μερικές φορές δε θέλω να τ’ ακούω αυτά που λένε «θέλω να πεθάνω» (τραγούδι: θέλω να πεθάνω). Το ξέχασα, επειδή δε μου αρέσει. Αυτά τα λυπητερά όχι, θέλω να τραγουδάω «πάντα ο νους μου θα’ ναι στο νησί» (τραγούδι).  Αυτά θέλω, τα νησιώτικα......χαρούμενα να’ ναι, αυτά μ’ αρέσουν.
Ερώτηση: Προηγουμένως, όμως είπες και τραγούδια που είναι μελαγχολικά, δεν είπες;
Αθηνά: Ε, καλά εκείνα είπα, αλλά όχι πάλι (τραγούδι: πήγαινέ με όπου θέλεις ταξιτζή) που λέει ο Στράτος.
Σχόλιο: Ναι, αλλά κι αυτό το τραγούδι για χωρισμούς μιλάει
Αθηνά: Για χωρισμούς, αλλά αυτό.....
Σχόλιο: Δε θέλεις ν’ ακούς τραγούδια που μιλάνε για θάνατο
Αθηνά: Ναι, αυτό δε θέλω. Όχι πως φοβάμαι μην πεθάνω, θα πεθάνω, τι, πόσο θα ζήσω, αλλά δε τα θέλω αυτά, γιατί όταν βλέπω να κλαίνε αμέσως κι εγώ για να κλάψω θέλω. Όταν λένε λυπητερά τραγούδια, μάνες που κλαίνε, όχι αυτά δε τα θέλω, στεναχωριέμαι. Θέλω έτς χαρούμενα, να χορέψω, να τραγουδήσω, τέτοια τραγούδια ήθελα. Ύστερα ακόμη ένα από το γραμμόφωνο (τραγούδι: μέσα στης ζωής τα μονοπάτια μπρος στα αρχοντικά σου σκαλοπάτια). Ύστερα το άλλο το στιχάκι, ο κουρεάς που ερχόταν εκεί και ξύριζε τους παππούδες μας, εγώ εκεί άκουγα από το γραμμόφωνο
Ερώτηση: Είχατε στη Φιλώτεια ράδιο;
Αθηνά: Μωρέ είχαμε, είχαμε, ο μπαμπάς μου ο συχωρεμένος όταν πλάγιαζε έτσι το είχε το ράδιο
Ερώτηση: Κι ο μπαμπάς σου ήταν δηλαδή της μουσικής, ε;
Αθηνά: Ήτανε, ήτανε, η θεία μου του μπαμπά μου η αδερφή, η θεία η Βασιλική κι εκείνη τραγουδούσε ωραία, η.... Ελένη η αδερφή μου κι εκείνη πολύ ωραία τραγουδούσε, η Βασιλική η συχωρεμένη ωραία τραγουδούσε. Όταν....ένας γείτονας εκεί, ήτανε χωροφύλακας στο βασιλιά, ερχότανε με άδεια εκεί κι όταν άκουσε να τραγουδάμε «άγια νύχτα» (τραγουδιστά), το χριστουγεννιάτικο, σταμάτησε στο δρόμο να τ’ ακούει. Και το είπε στον αδερφό του «αν πάρεις απ’ του Πασχούλη τα κορίτσια θα σε κάνουν το καλύτερο δώρο». Αλλά εγώ δεν τους ήθελα, με προτείναν, αλλά εγώ δεν ήθελα εκεί.
Ερώτηση: Όργανο δεν έπαιζε κανένας απ’ την οικογένεια;
Αθηνά: Όχι όργανα. Μόνο εκεί στη γειτονιά, ο Χρήστος του παπά, είχε μπουζούκι, κάθε πρωί και κάθε βράδυ, παλικάρι ήταν
Ερώτηση: Πώς δεν ερωτεύτηκες αυτόν;
Αθηνα: Όχι δεν τον ερωτεύτηκα. Εκείνος ήτανε πολύ μεγάλος, δεκαοχτώ χρόνια με περνούσε. Και πάλι μικρήν πήρε, απ’ την Ίδα πήρε, επειδή του παπά ο γιος, και το μετανιώσαν μετά. Μια θεία της είπε «τι κάναμε βρε, το παιδί το σκλαβώσαμε, δεκαοχτώ χρόνια την περνούσε, ναι εκείνη ήτανε μαζί μου το ’35 ήτανε κι αυτός ήτανε το ’23, το ’24, τόσο θα ήτανε. Ήτανε φαντάρος στο Γράμμο. Τον αδερφό του, αρραβωνιασμένος, τον σκοτώσαν εκείνον, μην τα συζητάς, Θεός φυλάξοι. Δυο παλικάρια, τι ωραία, ο ένας ήταν ξάδερφός μου δεύτερος, ο άλλος αρραβωνιασμένος με την Καλλιώ του Δράκου ήτανε, πω, πω....δε θέλω να μιλάω πια. Και του έστειλε μπουζούκι από το στρατιωτικό στον αδερφό του κι ο αδερφός του ο μικρός εικοσιδυό χρονώ έφυγε, το σκοτώσανε.
Ερώτηση: Πού τον σκοτώσαν;
Αθηνά: Που! (αναστεναγμός) Τότε, προπαγάνδες. Άλλοι ήτανε βασιλικοί, άλλοι ήτανε....αυτοί πάλι ήτανε στην οργάνωση , στ’ ανταρτικά, στα χωριά τότε οργάνωση τέτοια κάνανε και... ήρθανε οι αντάρται τότε απ’ το Πρόδρομο να μπούνε στη Φιλώτεια. Δήθε πήγανε αυτοί να τους συνοδεύσουνε κι άλλοι προδόται έχει στο χωριό, γι’ αυτό δεν έχει σε κανένα εμπιστοσύνη, εκείνοι οι χωριανοί στο χωριό προδότες, πήγανε το είπανε, στη Θηριόπετρα και στη Φούστανη αστυνομία και στρατό είχε και...τους είπανε «απόψε θα ’ρθουν οι αντάρτοι» κι ο γαμπρός πήγε και τον πρόδωσε τον κουνιάδο. Λέει στο φίλο του εκεί, Χιλιώτοι ήταν αυτοί  «ο κουνιάδος μου θα πάει με τον τάδε, θα πάνε να περιμένουν τους αντάρτες θα πάνε να τους φέρουν στο χωριό» κι αυτοί...πήγαν να περιμένουνε, ο χωροφύλακας, τον ξέρω και ποιος, το κοπρόσκυλο κι εκείνος, μόλις περάσανε απ’ το ποτάμι για να πάνε στο Πρόδρομο, οι αντάρτοι από κει, αυτά τα δύο παιδιά, εικοσιδύο χρονώ ήτανε, του παπά ο γιος κι ο ξάδερφός μου, μετά, Θεός φυλάξοι. Και το θυμάμαι, μικρή ήμουνα, πώς έκλαιγε εκείνη η αρραβωνιαστικιά, η Καλλιώ του Δράκου, μια όμορφη ήτανε, ε ρε οι μάνες να κλαίνε, αυτά δε θέλω να τα θυμάμαι.... Ωχ, Θεέ μου, Θεέ μου!
Ερώτηση: Τραγούδι στους γάμους, κανένα τραγούδι τέτοιο θυμάσαι;
Αθηνά: Θυμάμαι (τραγούδι: σήμερα γάμος γίνεται). Ε, ρε όταν ήρθα απ’ την παιδόπολη τα όργανα παίζανε κι εκεί ο γαμπρός μας είχε καφενείο στην πλατέα χορό κάνανε. Ε, κι εμείς της παιδοπόλεως ήμασταν καμιά δεκαριά παιδιά, κορίτσια και αγόρια, κι  απ’ τη Φούστανη είχε κι απ’ την Αριδαία είχε κι απ’ τον Εξαπλάτανο, παντού. Βάζανε τα όργανα κάθε Κυριακή, τα κλαρίνα, κορνέτες, μπουζούκια, τύμπανα, κι εγώ λέω στα κορίτσια που δεν ήρθαν στην παιδόπολη, την Ελένη και τη Δημητρούλα, φύγανε κι αυτές πήγανε στον άλλο κόσμο, «εγώ θα σας μάθω το κρητικό». Και το μάθανε μαζί μου. Μετά ο κόσμος, εκεί οι Χιλιώται ήτανε μαζεμένοι, αυτές τώρα και δεν το ξέρουν, ήτανε μπροστά να το χορέψουνε, και κάνουν πως ξέρουν. Ε, λέω ας χορέψουμε. Πήγε η Δημητρούλα κι η Ελένη η Μακρή –μια όμορφη ήταν κι εκείνη- πήγε να το χορέψει, δεν μπορεί να το κάνει, πήγε η Δημητρούλα του Τζάρη, δεν μπορούσε κι εκείνη. «Αθηνά, λέει έλα εσύ». Σαν πήγα μπροστά εγώ, πω, πω (τραγούδι: μες του μαγιού της μυρωδιές). Σαν πεταλούδα πετούσα. Μαζευτήκανε όλοι εκεί «μπράβο! μπράβο παιδόπολη, Τήνο!» Να, έτσι (χορεύει) πώς πετούσα! Ύστερα τα όργανα τα βάζανε σε γάμους, σ’ αυτά, ο συμπέθερος της αδερφής μου με κυνηγούσε στο σχολείο, κι εκεί τα όργανα παίζανε στη χιλιώτικη την πλατέα κι εκεί εμείς τα κορίτσια μαζεμένα, θα με κυνηγάει, εγώ «όχι ρε θείο έλεγα δε θέλω», «θα ’ρθεις». Μ’ έβαζε πάντα μπροστά γάμος όταν γινότανε.
Ερώτηση: Στο δικό σου το γάμο όμως δεν είχες όργανα, πώς γινόταν αυτό;
Αθηνά: Γιατί.... να πώς έγινε. Όλες οι αδερφές κάνανε γάμο. Ύστερα αρχίσανε εμένα να με γυρεύουνε. Είπε ο μπαμπάς μου στο Χρήστο «κοίτα, του λέει, αν περιμένεις τον καπνό να τον πουλήσω, λεφτά να πάρω απ’ τον καπνό να κάνω γάμο, έτσι δεν μπορώ εγώ τώρα». Ε, ο Χρήστος ήθελε πατότε, το Μάρτη, και τότε δεν κάναμε γάμο.
Σχόλιο: Βιαζόταν ο Χρήστος
Αθηνά: Βιαζόταν (γέλια). Μετά, στολίσαμε τη προίκα, τη βάλαμε εκεί, τι ωραία προίκα είχα, ήρθε η δεσποινίς Ντίνα από την Κρήτη στο σπίτι του παιδιού, γιατί πήγα εγώ έραβα με άλλη, αυτή στην παιδόπολη στην Αθήνα που ήτανε, γιατί εγώ πήγα και στην Αθήνα, απ’ τον Αρχάγγελο ήτανε, Τσιμπιλάκη Χριστίνα..
Ερώτηση: Όταν κάνατε την προίκα δεν τραγουδούσατε;
Αθηνά: Πώς δεν τραγουδούσαμε (τραγούδι: είναι έμορφη η νύφη μας). Και ήρθε η δεσποινίς Ντίνα, η αρχηγός μας ήτανε...
Ερώτηση: Η αρχηγός πού; Στην παιδόπολη;
Αθηνά: Όχι, όχι κει στο χωριό. Ήτανε από την Κρήτη, στο σπίτι του παιδιού ήτανε. Η βασίλισσα έφερε μετά  –ανταρτόπληκτοι επειδή ήμασταν εκεί- έφερε τα κορίτσια να μάθουμε υφάντριες, να μάθουμε......
Σχόλιο: ...τέχνη
Αθηνά: ...τέχνη. Ενώ εγώ στην παιδόπολη όταν ήμουνα λέω στην ομαδάρχισσά μου «δεν πάω πια σχολείο εγώ» - μέχρι τετάρτη πήγα, τρίτη πήγα στο χωριό μου και μετά τετάρτη στην παιδόπολη-  «και δεν πάω σχολείο» λέω «τι θέλεις;» «θέλω νοσοκόμα». Πήγαινα νοσοκόμα μετά και μας μαθαίνανε νοσοκόμες. Ενέσεις έβαζα στα παιδιά, βεντούζες τα ’βαζα εδώ. Μετά στην Αθήνα πάλι ραπτική, έραβα. Μετά όταν ήρθα απ’ την παιδόπολη εδώ, εφτά αδερφές ήμασταν, έραβα τα φουστάνια, στις αδερφές μου είχαμε μοδίστρα, η Φιλιώ του Λαζαρίδη, -δε ζει ποιος ξερει, πολύ καλή κοπέλα ήτανε, καταδεχτικό κορίτς, πολύ καλή-  και μαθαίναμε μοδίστρα. Αυτή πάλι απ’ τον Αρχάγγελο, μαζί μου ήτανε στην παιδόπολη, μια ομάδα ήμασταν, έκατσε εκεί, η μάνα της χήρα ήτανε, το είπε «κάτσε εκεί να μάθεις καλά την τέχνη», υφάντρια, αυτή μοδίστρα έμαθε, στη Μηλιά παντρεύτηκε, αυτή πήρε το Φώτη απ’ το χωριό μας ένα παιδί καλό, κι εκείνος έφυγε και....όταν ήρθαν να δουν την προίκα μου «μας φεύγει το καλύτερο κορίτσι του σπιτιού μας», δηλαδή το σπίτι του παιδιού. ΄Ηρθε η βασίλισσα, όταν ήρθε η βασίλισσα εμείς βγήκαμε από κει να τη χαιρετήσουμε, από το σπίτι του παιδιού, τη βασίλισσα, τα κορίτσια ντυθήκαμε ωραία, ήρθε η βασίλισσα τη χαιρετήσαμε, στη Φιλώτεια, οι φαντάροι πα έτσι, τα παιδιά, τα παλικάρια με τα όπλα.Ήρθε, κατέβηκε από το αυτοκίνητο έξω απ’ το χωριό, μπήκε στο χωριό μετά και τη χαιρετήσαμε κι εμείς παρελάσαμε τα κορίτσια της παιδοπόλεως....
Ερώτηση: Για να κλείσουμε αυτή την ωραία την κουβέντα θα μας πεις όταν ακούς τη λέξη τραγούδι ή τη λέξη μουσική τι σου έρχεται στο μυαλό;
Αθηνά: Χαρά μου ’ρχεται από μέσα μου, θέλω να χορέψω, θέλω να τραγουδήσω,  αυτό....            
                      
 
  




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου