Αγαπητά μέλη της ομάδας!
Οπως σας είχα πει, είναι πολύ μεγάλη η
συνέντευξη. Έκανα μια επιλογή και νομίζω ότι αρκετά σημεία της μπορούν να χρησιμοποιηθούν .
Συγγνώμη
ύστερα πήραν τον αδελφό του τον θειό μου τον Κώτσιο, εκείνος ήταν τσαγκάρης πάλι..
Μαρίνα: Και τον πήγαν στην
Ακροναυπλία.
κ. Γιάννης: Τον πήγαν στην Ακροναυπλία. Ήταν τσαγκάρης
Μαρίνα: Παλληκάρι.
κ. Γιάννης: Υπάρχει πιο παλικαροσύνη απ’ αυτό που
έκανε;
Μαρίνα: Πότε είχε παντρευτεί ο θείος
σου; Δεν είχαν παιδιά με τη γυναίκα του..
κ. Γιάννης: Δεν πρόλαβε να κάνει, παντρεύτηκε και
τον πήραν εξορία.
Μαρίνα: Και μετά τους
πήραν από την Ακροναυπλία και τους παρέδωσαν στους Γερμανούς.
κ. Γιάννης: Τους παρέδωσαν στους Γερμανούς, έκαναν
και απεργία πείνας 36 μέρες, αφού η κοιλιά τους, το δέρμα λέει έγινε διαφανές
και φαίνονταν τα έντερα. Αλλά οι Γερμανοί δεν ήταν όλοι φασίστες, υπήρχαν και
δημοκρατικοί ανθρώποι. Έκλαιγαν και τους παρακαλούσαν, κάντε υπεύθυνη δήλωση
και αμέσως θα σωθείτε. Όχι, θα πεθάνουμε. Έτσι πίστεψαν δηλαδή στο κόμμα.
Μαρίνα: Τόσο πολύ.
κ. Γιάννης: Και πέθαναν.
Μαρίνα: Και πέθαναν
τελικά. Και αυτός ενώ δεν ήταν το όνομά του, γιατί τελικά σκοτώθηκε; Κάτι
έκανε, μπήκε στη θέση άλλου;
κ. Γιάννης: Ακριβώς, φώναξαν το όνομα ενός άλλου
συγκρατούμενου και επειδή τον άλλο τον ήξερε ότι έχει τρία παιδιά…κι ο θείος
μου απάντησε και εκτελέστηκε στη θέση του..
...........................................................................................
Οι
Μπουντάδες ήταν αντάρτες και στον πρώτο γύρο, ο πρώτος γύρος ήταν το ’41-’44..
Μαρίνα: Και στον εμφύλιο.
κ. Γιάννης: Και στον δεύτερο γύρο, αφού δεν είχαν
θέση εδώ..
Μαρίνα: Γιατί τους έδερναν συνέχεια..
κ. Γιάννης: Γιατί τους έδερναν οι δεξιοί,
υποχρεώθηκαν άφησαν τις οικογένειες και πήγαν στο βουνό. Για αντίποινα τους
έκαψαν τα σπίτια, πάλι οι Ροδοβιλνοί έφταιγαν που κάηκαν τα σπίτια τα
Μπουντάθκα. Εμείς είχαμε δυο σπίτια, ένα αυτό που καθόμαστε τώρα, το οποίο ήταν
παλιό τότε και στο άλλο που καθόμασταν. Ο μπαμπάς μου λέει, σύντροφοι ήταν κι
αυτοί, θα βάλω τα κορίτσια του Μπουντά, θα τα βάλω να κάθονται εδώ πέρα στο
σπίτι. Τις έβαλε και κάθονταν εδώ. Το σπίτι εδώ μπροστά ήταν ανοιχτό εκείνα τα
χρόνια και επάνω είχε ανώι. Επειδή το σπίτι ήταν επί Τουρκοκρατίας, 1864
έγραφαν τα ντουλάπια. Τα ντουλάπια που ήταν στα ντουβάρια άμα άνοιγες από μέσα
το ντουλάπι έγραφε «έτος ανέγερσης 1864». Παλιά ήταν τα σπίτια και κάτω ήταν
ανοιχτό. Εδώ είχε ένα αμπάρι μπαίνοντας και είχε κάτι παλιά ρούχα, τα πήραν τα
κορίτσια από εκεί από το καμένο, ό,τι πρόλαβαν και γλύτωσαν και τα έβαλαν εδώ
στο αμπάρι. Ήρθε κάποιος Μολαβένης ονόματι Μιλτιάδης, φασίστας, μαζί με τον
Νανούση τον Γιώργη, άλλος φασίστας. Ήρθαν και το έβαζαν φωτιά στο σπίτι. Τα
ρούχα αυτά που ήταν εδώ τα έριχναν πετρέλαιο και τα έβαζαν φωτιά. Εδώ δίπλα
πέρασαν πολλά χρόνια το σπίτι, αλλά αυτός ήταν δεξιός ο μπάρμπα Πασχάλης, ήταν
του Βαγγέλη, που έφαγε ξύλο, που σας είπα πιο μπροστά ο αδερφός, δεξιός αυτός.
Κουμουνιστές εμείς δεξιός αυτός. Αυτοί ήταν τόσο πωρωμένοι που δεν σκέφτονταν
ότι καίγοντας το δικό μας το σπίτι θα καίγονταν όλα. Το ένα σπίτι με το άλλο
ήταν συγκοινωνούντα δοχεία.
Μαρίνα: Αφού ενωμένα είναι.
κ. Γιάννης: Ναι, όλα θα καίγονταν στον απάνω
μαχαλά. Και τα Μαλιουτάθκα θα καίγονταν όλα, του Κωσταρίκου, από εδώ του
Θεοφάνη, πιο κάτω του Λέανδρου, τα πάντα θα καίγονταν. Αυτοί σαν ένοχοι που
ήταν έβαζαν φωτιά και έφευγαν. Πηδούσε από εδώ, είχαμε μια μπουριά κάτι κλαδιά
είχε πάνω στο ντουβαρούδι στο πετροντούβαρο, πηδούσε ο μπαρμπά Πασχάλης την
έσβηνε τη φωτιά. Αυτός ο Μολαβένης ο Μιλτιάδης με τον Νανούση τον Γιώργη ήρθαν
τρεις φορές και το έβαλαν μπουρλότο το σπίτι. Τελικά γλύτωσε το σπίτι, το
γλύτωνε ο Πασχάλης ο γείτονας.
…………………………………………………………………………………………
Μαρίνα: Ο μπαμπάς σας έκανε στη
Μακρόνησο, πότε τον πήραν, πότε ήταν;
κ. Γιάννης: Όλα τα σχολεία τα πέρασε. Στη
Μακρόνησο έκανε έναν χρόνο.
Μαρίνα: Παντρεμένος ήταν.
κ. Γιάννης: Παντρεμένος με παιδιά, για τον μπαμπά
μας μιλούμε τώρα. Δεν θυμάσαι εσύ που ήσαν κουρτσούδι και σου λέω, μπαμπά σου
είναι μαρί χαϊβάνι, έτσι ακριβώς.
κα. Γλυκή: Ήρθε στην αυλή, μπήκε και τον είδα...
κ. Γιάννης: Ναι, στο πάνω το σπιτούδι.
κα. Γλυκή: Η μάνα με βαστούσε αγκαλιά. Ο θείος
λέω, ο θείος..
κ. Γιάννης: Μπαμπάς είναι μαρί χαϊβάνι. (Χαϊβάνι ,
ο μπαμπάς μας είναι)
.................................................................................................................................
Μαρίνα: Με ενδιαφέρει. Όταν έφυγε ο μπαμπά σας
το ’67, που τον πήρανε, τι συμβουλές σας έδωσε;
κα. Γλυκή: Πρόλαβε να μας δώσει συμβουλές;
κ. Γιάννης: Η συμβουλή ήταν «δεν ξέρω αν θα
γυρίσω».
Μαρίνα: Δεν σας είπε τι πρέπει να κάνετε;
κ. Γιάννης: Δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Ο Στέργιος
ο Πάγγος με το όπλο να εδώ σαν να τον βλέπω εδώ στην εξώπορτα…
Μαρίνα: Δεν κλαίγατε εσείς;
κα. Γλυκή: Δεν ήμουν εγώ εδώ ήμουν στις Σέρρες.
Δεν επιτρέπονταν να κλαίμε. Θα σου πω τώρα εγώ για το κλάμα.
κ. Γιάννης: Αυτό τώρα που είπες για το κλάμα ήταν
απαράδεκτο. Στο εκτελεστικό απόσπασμα να σε βάζουν δεν θα κλαις.
Μαρίνα: Έτσι σου είπε ο μπαμπάς σου;
κ. Γιάννης: Βεβαίως.
κα. Γλυκή: Να σου πω εγώ για το κλάμα. Εγώ
έλειπα ήμουν στις Σέρρες. Γίνεται η δικτατορία θέλω να φύγω, κομμένες οι
συγκοινωνίες τα πάντα, μένω ακόμα μία μέρα. Την άλλη μέρα μπαίνω μέσα στο
λεωφορείο, ήταν ο Ναπολέων Ζλατάνης. Τι γίνεται Ναπολέων, καλά. Εγώ
κουρτσούδι εκείνος πιο τρανός τέλος
πάντων, νά λέει και τώρα με τη δικτατορία ξέρεις ότι πήραν μερικούς στην
αστυνομία; Πού να ξέρω; Έρχομαι εγώ τώρα εδώ βρίσκω τη γιαγιά ξαπλωμένη επάνω,
αχ παιδάκι μου αυτά τα σουρτούκια πάλι ήρθαν και τους πήραν. Το στομάχι της να
χτυπάει έτσι τάκα τούκα τάκα τούκα, να κάθεσαι επάνω και να σε κάνει κούνια
μπέλα.
κ. Γιάννης: Όχι η μάνα μας, η γιαγιά.
Μαρίνα: Τη θυμάμαι τη γιαγιά, έχω και δαντέλα
από τη γιαγιά.
κα. Γλυκή: Τι έγινε γιαγιά; Να αυτό κι αυτό μου
λέει, ήρθαν και τους πήραν. Αφήνω εγώ τα πράγματα, πάω στην αστυνομία. Ήταν αυτός
που λέει ο Αντώνης με την δαμασκηνιά το αντρόγυνο ο χωροφύλακας, εγώ ήμουν νέα.
κ. Γιάννης: Τώρα άλλο θυμήθηκα για τον Αντώνη θα
σας το πω ύστερα.
κα. Γλυκή: Εγώ ήμουν μικρή και αυτοί νέοι ήταν,
ήταν μεν πιο μεγάλοι, αλλά είχαμε μία καλημέρα. Πάω στην αστυνομία βγαίνει ο
Αντώνης. Μου λέει τι θέλεις, λέω ήρθα να δω τον μπαμπά μου. Καλά μου λέει. Τον
φωνάζει τον μπαμπά μου βγαίνει έξω, μόλις τον είδα εγώ το μάτι έτοιμο να
κλάψει. Το πρώτο που μου είπε, μην τυχόν και δακρύσεις και γίνει η καρδιά τους
δες καλά. Το πρώτο ήταν αυτό.
κ. Γιάννης: Ακριβώς.
Μαρίνα: Ότι θα τους κάνεις το χατίρι;
κ. Γιάννης: Αυτό ήταν κανόνας τελείωσε.
κα. Γλυκή: Ναι, ούτε δάκρυ βγήκε ούτε τίποτα. Με
που τα είπαμε ύστερα από κανα δυο μέρες τους πήραν φυσικά. Είχαμε παρέα με την
Κατίνα του Καρκαλέτση. Βγαίνουμε με την Κατίνα την άλλη μέρα έξω, θα πάω να δω
τον μπαμπά σου μου λέει. Αχ Κατίνα τι θέλεις εσύ να πας να δεις τον μπαμπά μου.
κ. Γιάννης: Θα σε κάνουν κανέναν φάκελο και σένα.
κα. Γλυκή: Ήταν να δώσει εξετάσεις εκείνο τον
χρόνο στο Πανεπιστήμιο. Τι θες να πας; Όχι εγώ θα πάω. Ανεβαίνει επάνω που λες
τον βλέπει. Μόλις βλέπει ο αστυνόμος την λέει, ποιόν ήρθες να δεις; Λέει τον
Ρουσόπουλο. Λέει σκέφτηκες τις επιπτώσεις; Ποιες επιπτώσεις λέει να σκεφτώ; Ότι
μπορεί να μην σπουδάσεις, μπορεί να μην μπορείς να βγάλεις ένα χαρτί.
κ. Γιάννης: Τρομοκρατία ρε παιδί μου.
κα. Γλυκή: Η Κατίνα χαμπάρι, τον αγαπούσε τόσο
πολύ τον μπαμπά μου, δεν έδωσε σημασία για τίποτα.
κ. Γιάννης: Και ο μπαρμπα Γιώργης και μένα με
αγαπούσε πολύ ο μπαμπάς της.
κα. Γλυκή: Και έτσι που λες έγινε όλο αυτό το
σκηνικό. Την άλλη μέρα τους πήραν.
Μαρίνα: Μετά από μερικές μέρες πού τους πήγαν;
κα. Γλυκή: Τους πήγαν στην Κεραμωτή με ένα
παλιοκαράβι.
Μαρίνα: Και με πλοίο μετά στην Γυάρο;
κ. Γιάννης: Με ένα σαπιοκάραβο.
κα. Γλυκή: Και οι συνοδοί από μέσα από το χωριό
και συγγενείς και με το όπλο έτσι. Φτάνουν στη μέση ούτε ελπίζαμε λέει ότι θα
μας πάνε στη Γυάρο, είπαμε ότι θα το βουλιάξουν μέσα στη θάλασσα. Και ήθελαν
και να καπνίσουν κιόλας. Και ο μπαμπάς πού βρέθηκε, γίναμε μια φορά καρναβάλια
και είχα εγώ ένα τσακμάκι με το φυτίλι, και πού βρέθηκε μέσα στην τσέπη του και
το έδωσε και κάπνισαν. Δεν είχαν ούτε φωτιά ούτε τίποτα.
κ. Γιάννης: Ο μπαμπάς δεν κάπνιζε το ’67.
κα. Γλυκή: Βρε δεν κάπνισε, εγώ δεν είπα για τον
μπαμπά.
Μαρίνα: Τον αναπτήρα είχε.
κα. Γλυκή: Και τους έδωσε και κάπνισαν και αυτός
με το όπλο και τον λέει, κατέβασε ρε το όπλο σου..
κ. Γιάννης: Τι φοβάσαι να μην κάνουμε επανάσταση;
κα. Γλυκή: Μέσα από τη θάλασσα του λέει πού θα
πάμε, κατέβασε τον όπλο σου κάτω. Έτσι.
κ. Γιάννης: Τόσο τους έκοβε δηλαδή, τόσο πολύ
μυαλό είχαν.
κα. Γλυκή: Τώρα ο Τσιντσάρης ο Πασχάλης μυαλό
είχε; Πέθανε, ζει εκείνος;
κ. Γιάννης: Πέθανε. Ξάδερφε, ξάδερφε σώπα ρε μη με
μιλάς έτσι σου λέω, με πιάνει ο πόνος θα αρχίσω να κλαίω λέω. Αλλά αυτό για το
κλάμα ε; Όταν σκότωσαν τον θειό μου τον Κώτσιο την άλλη μέρα η γιαγιά, επειδή
ήταν προστάτης..
Μαρίνα: Προστάτης ήταν βέβαια.
κ. Γιάννης: Τα παιδιά της ήταν βέβαια, λοιπόν
βγήκε αγέρωχη έξω λέει και την έδιναν τα συλλυπητήρια, το έλεγαν οι ίδιοι οι
δεξιοί. Ας ήταν ρε λέει, τι γυναίκα ρε είναι αυτή, το παιδί της το σκότωσαν και
αυτήν δεν έβρισε, δεν έκλαψε.
κα. Γλυκή: Αυτή έκλαιγε μοναχή στο σπίτι.
Μαρίνα: Έκλαιγε μόνη της στο σπίτι.
κ. Γιάννης: Έκλαιγε και οδύρονταν. Έκλαιγε με
φωνές και τραβούσε και τα μαλλιά της. Εγώ τα θυμούμαι, αλλά έξω την καρδιά
τους, και αυτό ήταν και το μάθημα του μπαμπά μου, δεν θα τους κάνετε ρε την
καρδιά καμιά φορά τους ρουφιάνους και να με σκοτώσουν ακόμα, ξέρετε εσείς ότι
δεν έκανα τίποτα είμαι αθώος. Γιατί σου είπα πιο μπροστά χωρίς δίκες σκότωναν
κόσμο, αρκεί να βρίσκονταν έναν ρουφιάνος να πει πάρε την Μαρίνα σκότωσέ την.
Μα, ούτε μα ούτε μου δεν έχει να δώσεις λόγο σε κανέναν. Και υπήρχαν τέτοιοι
δόξα τω Θεώ πολλοί.
Μαρίνα: Τον έπαιρναν ποτέ για βασανιστήρια
ενδιάμεσα;
κα. Γλυκή: Έφαγε ξύλο. Ξύλο;
Μαρίνα: Γιατί ο μπαμπάς μου κάθε φορά που
έβγαινε στη βόλτα τον παίρνανε, τον πήγαιναν στην αστυνομία..
κ. Γιάννης: Τον σιδέρωναν.
Μαρίνα: Τον έδιναν ένα χέρι ξύλο και το πρωί
τον άφηναν. Την επόμενη μέρα πάλι τα ίδια.
κ. Γιάννης: Εμάς τον έφερναν με την κουβέρτα πάλι
γιατί δεν μπορούσε να περπατήσει.
κα. Γλυκή: Να εδώ τον έδειραν με το σίδερο και
έκαναν τα πνευμόνια του..
Μαρίνα: Αυτό θυμάσαι πότε έγινε;
κ. Γιάννης: Εγώ το θυμάμαι.
Μαρίνα: Όχι εγώ εννοώ από το ’50 μέχρι το ’55,
’60.
κ. Γιάννης: Για ξύλο όχι.
κα. Γλυκή: Αλλά κάθε βράδυ να τον παίρνουν στην
αστυνομία;
Μαρίνα: Τον μπαμπά μου εννοώ από το ΄50 μέχρι
που αρραβωνιάστηκε με τη μάνα μου το ’53, επειδή η μάνα μου ήταν από δεξιά
οικογένεια, μέχρι το ’53 γινόταν αυτό το πράγμα. Και μάλιστα αυτός που τον
έδερνε ήταν φίλος του, τον οποίο συνέχεια τον έδιναν χασίσι.
κ. Γιάννης: Ακριβώς έτσι έκαναν, τους πότιζαν για
να μην ξέρουν τι κάνουν. Και ναρκωτικά τους έδιναν.
Μαρίνα: Και κάποια στιγμή λέει άνοιξε τα μάτια
του ο μπαμπάς μου και του λέει, εσύ με χτυπάς; Και μετά αυτός δεν τον
ξαναπλησίασε. Αλκοολικός πέθανε, ένας Λαδιάς.
κ. Γιάννης: Ποιανού Λαδιά;
κα. Γλυκή: Ο γιός του πέθανε προχθές 57 χρονών,
όχι 60 μου λέει η Μαρία ήταν. Ένας Δημητρός ένας μεθύστακας. Ξέρεις τι μου
έλεγε ο Ρωμαίος; Όταν ερχόταν ο Σταύρος από τις Σέρρες, αριστερός για, έκανε
όμως με τον Νίκο με τον Γιώργη τον Μιχαηλούδη παρέα, δεξιοί ήταν, έκαναν παρέα.
Μια φορά λέει μόλις κατέβηκε αυτός ο Σταύρος από το λεωφορείο αυτός ήταν τον
αρπάζει στην αστυνομία και τον έδειραν.
κ. Γιάννης: Ποιόν τον Σταύρο τον Παναγιώτου;
κα. Γλυκή: Ναι.
κ. Γιάννης: Ερχόταν εδώ με τον μπαμπά μας μπουχαμπέτια
πολλά.
κα. Γλυκή: Τον έδειραν λέει τόσο άσχημα δηλαδή
και επεμβήκαν οι Μιχαηλούδηδες ύστερα. Εκείνος ήταν όλο μεθυσμένος, εγώ
ξεμέθυστο δεν τον θυμήθηκα καμιά φορά.
Μαρίνα: Ναι, ναι ήταν συνέχεια μεθυσμένος.
…………………………………………………………………………….
Μαρίνα: Στον Αη Στράτη ήταν και επί Μεταξά
και μετά. Ο μπαμπάς σας όμως στον Αη Στράτη δεν πήγε μόνο Μακρονήσι.
κ. Γιάννης: Όχι, στη Μακρόνησο και την Γυάρο.
Μαρίνα: Εννοώ για μετά το ’49 ήταν στο
Μακρονήσι. Στη Γυάρο ήταν το ’67.
κ. Γιάννης: Το ’67 ναι. Στην τελευταία δικτατορία
δηλαδή πάλι την χαιρέτησε τη γυναίκα του.
κα. Γλυκή: Στα Κήθυρα όταν ήταν με έλεγε, νέος
ήταν τότε..
Μαρίνα: 25 χρονών ήταν πόσο ήταν;
κ. Γιάννης: Παιδί το ΄07 γεννηθείς ή το ’08 ήταν.
κα. Γλυκή: Όλοι ήταν νέοι και πήγαιναν να
ψαρέψουν οι ψαράδες λέει και έλεγαν κι αυτούς να πάνε κοντά στους ψαράδες.
Ζύγωσαν, πήγαν εκεί πέρα, τους έμαθαν πώς να τραβούν τα δίχτυα..
κ. Γιάννης: Βοηθούσαν.
κα. Γλυκή: Και άρχισαν να τους πληρώνουν ύστερα
και έκαναν ένα συνδικάτο όλοι οι εξόριστοι, σήμερα θα δουλέψεις εσύ, αύριο εσύ,
θα τα βάλλουμε όλα αυτά τα λεφτά και θα τα μοιραστούμε. Πήγε ειδοποίηση στην
αστυνομία ότι αυτό κι αυτό εδώ πέρα αυτοί ξηρούς τους φέραμε, εδώ οργάνωση
γίνεται. Αλλά είχε λέει έναν τέτοιον καλό αστυνομικό που τους έδωσε το ελεύθερο…
κ. Γιάννης: Δημοκρατικός θα ήταν.
κα. Γλυκή: Ναι αυτό θέλω να πω, δημοκρατικός θα
ήταν.
κ. Γιάννης: Αλλά δεν θα είχε και ρουφιάνους για να
τον διώξουν;
κα. Γλυκή: Και μας άφησε λέει και κάναμε αυτό και
είχαμε και ψωνίζαμε και είχαμε και μαγειρεύαμε στην πρώτη εξορία.
Μαρίνα: Και οι κάτοικοι δηλαδή δεν ήταν
αρνητικοί.
κ. Γιάννης: Όχι, αφού τους έδιναν και μεροκάματο.
Τραβούσαν την τράτα, έβγαζαν τα ψάρια.
Μαρίνα: Θα μπορούσαν να τους εκμεταλλευτούν.
κ. Γιάννης: Ναι, ναι.
κα. Γλυκή: Αφού μου έλεγε ο μπαμπάς μου ήθελαν να
με κάνουν και προξενειά. Τον λέει ένας, Βασίλη μπορούμε να σε παντρέψουμε. Ποια
ρε λέει; Αυτή ήταν μέσα στη θάλασσα έκανε μπάνιο, είχε ένα κεφαλούδι τόσο, είχε
έναν κώτσο τέτοιο λέει σα σαρμάν.
κ. Γιάννης: Άσχημα;
κα. Γλυκή: Καλά ρε λέει βάλτε την πνίξ’ την, έχω
εγώ να παντρευτώ. Είχε λέει ένα κεφάλι τόσο και έναν κώτσο σαν πάστα Φλώρα
επάνω λέει. Ο κώτσος ήταν τρεις φορές πιο τρανός από το κεφάλι της. Τα
παρίστανε.
κ. Γιάννης: Γιατί εμένα δεν ήθελαν να με
παντρέψουν με την Αλίκη του μανάβη; Όταν δούλευα στου μπαρμπα Πασχάλη το
τρακτέρ η Αλίκη είναι καμιά 15 χρόνια πιο μεγάλη από μένα..
κα. Γλυκή: Ναι ποιος ήθελε να σε παντρέψει;
κ. Γιάννης: Η Ευθυμία του Λάμπρου της Μουλιώνας.
κα. Γλυκή: Καλά εγώ νόμιζα ότι έτσι γίνεται
μουχαμπέτι όχι ότι…
κ. Γιάννης: Όχι ναι.
κα. Γλυκή: Επίσημα πράγματα δηλαδή. Ζήτησε τον
γαμπρό, έστειλαν το φουστάνι.
Μαρίνα: Ήσουνα ήδη παντρεμένος;
κ. Γιάννης: Όχι δεν ήμουν παντρεμένος. Αυτή λέω
μάνα μου είναι.
κα. Γλυκή: Μάνα σου ήταν. Το ’67 που λες βγήκαν
οι πρώτες σπαρτικές. Λόγω εμείς ότι έπρεπε για, το κόμμα, σπείραμε όλο το
Ροδολίβος. Ξεράθηκα εκείνο τον χρόνο να σπέρνω.
………………………………………………………………….
Ώστε
έτσι η μανούλα σας, «ψηλά στης Ρωσίας τα χιόνια…».
κ. Γιάννης: «Που πάντα φυσάει ο Βοριάς» και έκανε
και το χέρι έτσι. «Στη Ρωσία τέσσερα χρόνια Μπολσεβίκοι και κανόνια..». Πού τα
θυμόταν.
Χαρίκλεια: Αυτό λέει ότι ήταν από κομμάτι ενός
βιβλίου, διάβαζε αυτό το βιβλίο, επειδή δεν καταλάβαινε διάβαζε τις ίδιες
σελίδες συνέχεια, δεν ήξερε πού ήταν.
κα. Και το έμαθε απέξω.
Χαρίκλεια: Και μάλλον αυτό το επαναλάμβανε και
αυτό της ερχόταν κάθε φορά στο μυαλό.
Μαρίνα: Αλλά αυτό που λες εσύ όμως το
τραγουδούσε Χαρίκλεια ή απλώς το έλεγε σαν ποίημα;
Χαρίκλεια: Μόνο το έλεγε σαν ποίημα.
κ. Γιάννης: Αυτό το έλεγε σαν ποίημα.
Μαρίνα: Αλλά την ίδια εποχή έλεγε και το
τραγούδι αυτό.
κ. Γιάννης: Την ίδια εποχή έλεγε αυτό «Ψηλά στης
Ρωσίας τα χιόνια..» εγώ θυμούμαι και την φωνή της..
Μαρίνα: Η γιαγιά τραγουδούσε καθόλου ποτέ;
Γιατί θυμάμαι η Κατίνα του Καρκαλέτση δεν είχε μαζέψει κάτι τραγούδια απ’ τη
γιαγιά σας;
κ. Γιάννης: Ήξερε η γιαγιά πολύ παλιά τραγούδια.
κα. Γλυκή: Ο Καραμέτσιος έχει ολόκληρο βιβλίο
γραμμένο για την περιοχή. Η γιαγιά μου που είπε ο Γιάννης προηγουμένως που
σκότωσαν τον γιό της και βγήκε, μου έλεγε, εγώ έβγαινα παιδί με το καλάθι να
ψωνίσω λέει, δούλευε η καημένη, έκανε, να για τα παιδιά, περνούσε λέει και
έλεγαν, πω πω ρε από πού ψωνίζει; Ρούβλια από την Ρωσία την στέλνουν. Και ήταν
τέτοια ξύπνια γυναίκα και είχε σχέσεις με τους γιατρούς, με τους φαρμακοποιούς.
Όταν πήγε λέει ο μπαμπάς μου φαντάρος, ξέρεις τώρα ποια χρονιά πήγε, το πόσο
πήγε…
Μαρίνα: Αφού είναι το ’06..
κα. Γλυκή: Δεν ήταν το ’06 τα ’08 τον Άγιο Ανδρέα
τον Δεκέμβριο.
κ. Γιάννης: Το ’08 τον Άγιο Ανδρέα τη βραδιά
γεννήθηκε.
κα. Γλυκή: Και έγραφε και σε μερικά χαρτιά και το
’09.
Μαρίνα: Το ’28 δηλαδή πήγε ο πατέρας σου.
κα. Γλυκή: Πήγε φαντάρος και τον έστειλαν στους
ανεπιθύμητους. Εδώ λέει στου Κουτσακιώτη ήλθε μια δασκάλα κάθονταν και
γνωρίστηκαν με τη γιαγιά.
κ. Γιάννης: Από τα Ιωάννινα.
κα. Γλυκή: Και δεν ξέρω είχε γαμπρό τι είχε που
ήταν ανώτερος αξιωματικός στα Γιάννενα.
κ. Γιάννης: Διοικητής στο στρατό τον Ακραίο στα
Γιάννενα.
κα. Γλυκή: Τη λέει τη γιαγιά μου, θα τον πεις να
πάει στον τάδε τάδε, πήγε και τον δίνει 40 μέρες άδεια και οδοιπορικά 52 μέρες
και όταν ήλθε εδώ πέρα, τι μέσον είχε και είχε άδεια 52 μέρες;
κ. Γιάννης: 52 μέρες άδεια ξέρεις τι θα πει;
Μαρίνα: Πρέπει να ήταν στο Καλπάκι ο μπαμπάς
έτσι;
κ
Μαρίνα: Στο τάγμα ανεπιθύμητων στο Καλπάκι.
Ναι, ναι το θυμάμαι.
κ. Γιάννης: Τέτοια τάγματα και τέτοιους λόχους
είχε και στα δικά μου τα χρόνια.
κα. Γλυκή: Ναι, ναι.
Μαρίνα: Όταν είχε αρραβωνιαστεί ο Σάκης
ερχόμουν εγώ συχνά και κάνατε κάτι πάρτι και μπλουζ πιο πολύ χορεύατε και
μάμπο.
κα. Γλυκή: Έλεγε η γιαγιά μου, ε μαρί κουρτσούδι
μου ντιπ ξυλένιο είναι εκείνο το χέρι του. Χορεύαμε επάνω μάμπο και ακόμα που
χορεύουμε, εγώ απ’ αυτό χορεύω, χόρευε ο Χρήστος…
κ. Γιάννης: Αυτό το μάμπο το Μπραζιλέρο…
κα. Γλυκή: Τα χέρια του ο καημένος έλεγε η
γιαγιά, ε μαρί παιδί μου εκείνα τα χέρια του ντιπ σαν ξυλένια είναι, δεν λυγούν
ούτε έτσι ούτε έτσι.
κ. Γιάννης: Και για τον Χρήστο τον Καντάνα έλεγε, διέ τουν
κειπέρα θα παλούκ τι σκώθκη να χορέψ.
………………………………………………………….
Μαρίνα: Και ήταν όλες πολύ καλοντυμένες,
δηλαδή κομψές ζώνες με το μαλλί το αυτό, δεν ξέρω αν ήδη είχαν αρχίσει οι
μπότες.
κ. Γιάννης: Με το λοφίο στο κεφάλι.
Μαρίνα: Η φούστα ήταν λίγο στο γόνατο, καρό
φορούσατε.
κα. Γλυκή: Καρό λοξό.
κ. Γιάννης: Πανταλόνια δεν είχε.
Μαρίνα: Παντελόνια όχι δεν ήταν ακόμα.
κα. Γλυκή: Στη φωτογραφία στην αχλαδιά με το
παντελόνι είμαι εγώ, ραμμένο στον Άγγελο τον Μέμτσα.
Μαρίνα: Η πρώτη που φόρεσε παντελόνι στο
Ροδολίβος;
κα. Γλυκή: Η πρώτη θα ήμουν δεν είχε άλλη.
Μαρίνα: Αυτό ήταν τόλμη.
κα. Γλυκή: Τόλμη ήταν τι ήταν; Τι λέμε δεν είχε
άλλη.
κ. Γιάννης: Όταν ήρθε το κλιμάκιο της ΕΔΑ εδώ πέρα
με τον Ηλιού και τον Εφραιμίδη…
κα. Γλυκή: Ποιος πάει και έκοψε τις δάδες του
Πατσιά με το πανέρι να τον ράνουν; Και ξυπάσκαν.
κ. Γιάννης: Να τον ράνεις. Από πού ξεκίνησες να
πας να τα δώσεις τα λουλούδια που
έρχονταν από κάτω δεν θυμάσαι;
κα. Γλυκή: Όχι.
κ. Γιάννης: Από το στενό εκείνου του κατρούλκου
και ο Αριστείδης ο Γιαννός του Νόντα ο μπαμπάς κίνησε να σε βρει….
κα. Γλυκή: Δεν τα θυμάμαι αυτά, αλλά πάντα
θυμάμαι ότι ο Εφραιμίδης όταν είδε τον κόσμο τρόμαξε, νόμιζε ότι κάτι
συμβαίνει, γιατί όπου πήγαινε τους έδερναν. Σου λέει τι υποδοχή είναι αυτή;
κ. Γιάννης: Τους έδερναν και συνέχιζαν να
πηγαίνουν. Ο μπαρμπα Βασίλης ήταν ήρωας, άσε μην το συζητάς.
Μαρίνα: Τον θυμάμαι σε προεκλογική στο χωριό
τον μπαρμπά Βασίλη.
............................................
Μαρίνα: Με τι χορεύατε
για πες.
κ. Γιάννης: Με τέτοια τραγούδια, με πικάπ και πιο
πολύ τραγούδια τότε ήταν του Θεοδωράκη. Στις Σέρρες ο Θεοδωράκης ήρθε το ’63.
Μαρίνα: Ήταν υποψήφιος;
κα. Γλυκή: Όχι έκανε συναυλία.
κ. Γιάννης: Συναυλία με τον Μπιθικώτση με την
ορχήστρα του και ύστερα στα γραφεία των Λαμπράκηδων.
Μαρίνα: Και πήγατε από
εδώ στις Σέρρες;
κ. Γιάννης: Ένα λεωφορείο πήγε, πήγαμε στα
Αστέρια, στα Αστέρια γίνονταν τότε και ύστερα πήγαμε στα γραφεία των
Λαμπράκηδων.
κα. Γλυκή: Έχουμε και φωτογραφία.
.........................................................
κ. Γιάννης: Και θυμούμαι τώρα, έξι ήταν αυτοί, όχι
τρεις, έξι ήταν ο ένας, τώρα εγώ παιδούδι ήμουν..
Μαρίνα: Καλά ήσουν παιδί και σου
φαίνονταν θεόρατοι αυτοί ναι.
κ. Γιάννης: 7 μέτρα μου φάνηκε εμένα. Με άρπαξε
από δω με βάζει εκεί μπροστά στην κλαβανή, σ’ λέει σ’ άλνοι, οπλίστε. Αυτά μόνο
στα έργα θα τα δεις, γι’ αυτό εγώ καμιά φορά, που μου λέει εσύ πάλι, δεν τα
έζησες αυτά…
Μαρίνα: Το θυμάσαι και τρελαίνεσαι.
κ. Γιάννης: Πώς να μην τρελαίνομαι και την λένε,
άνοιξε βρε ρουφιάνα, έτσι ακριβώς τη μάνα μου και πάει η μάνα μου ανοίγει την
κλαβανή, τώρα αυτοί με ποιο σκεπτικό, σου λέει αν είναι μέσα, αφού το παιδί θα
είναι μπροστά στην κλαβανή και οπλισμένος να είναι θα παραδοθεί. Λοιπόν άνοιξε
η μάνα μου, αφού δεν βρήκαν τίποτα σηκώθηκαν και έφυγαν, αλλά εγώ αυτό είχε
αποτυπωθεί τόσο βαθιά μέσα στην ψυχούλα μου που δεν θα το ξεχάσω. Γι’ αυτό
καμιά φορά όταν κάνουμε τέτοια συζήτηση λέει εσύ πάλι, τα έζησα εγώ αυτά, τα
θυμούμαι όλα αυτά.
κα. Γλυκή: Αφού η μάνα μου έλεγε όταν έρχονταν,
έρχονταν λέει νύχτα ό,τι ώρα θυμούνταν με το αυτόματο και εγώ λέει, κοιμούνταν
ο Γιάννης, τον έπαιρνα στην αγκαλιά.
κ. Γιάννης: Με έπιανε στην αγκαλιά της, σου λέει
θα σεβαστούν το παιδί κατάλαβες;
κα. Γλυκή: Και έλεγε αν δεν σεβαστούν εμένα να
σεβαστούν το παιδί μου.
κ. Γιάννης: Δεν σέβονταν τίποτα τα γαδούρια.
κα. Γλυκή: Γιατί τα νεύρα της ήταν η καημένη όλο,
σπαρταρούσε πάντα.
κ. Γιάννης: Σπαρταρούσε. Εγώ θυμούμαι όταν με
έπαιρνε στην αγκαλιά της η καρδιά της νόμιζα ότι θα βγει.
Μαρίνα: Αλλά δεν τον είπε ποτέ τον
μπαμπά σας να αλλάξει όμως ε;
κ. Γιάννης: Σιγά. Και η μάνα μου από εκεί που
ήταν, σας είπα πιο μπροστά και ο αδελφός της ήταν οργανωμένος. Να αλλάξει; Εδώ
ο αδελφός έδωσε τη ζωή του για άλλον, τώρα να αλλάξει;
Μαρίνα: Δε μου λες το τραγούδι αυτό
τώρα το «ψηλά εκεί στη Ρωσία…»
κα. Γλυκή: «ψηλά στης Ρωσίας τα χιόνια…».
κ. Γιάννης: «και Μπολσεβίκοι με κανόνια..».
κα. Γλυκή: Αυτόν τον στίχο έλεγε τώρα τελευταία
που δεν τον άκουσα εγώ ποτέ.
κ. Γιάννης: Όλα τα χρόνια καμιά φορά όσο ήταν καλά
στα μυαλά της δεν το είπε. Όταν έπαθε το αλτσχάιμερ, πού το θυμήθηκε εκεί που
μπουρλιάζαμε, μου λέει η Γλυκή άκου τι τραγούδια λέει. «στη Ρωσία έχει χιόνια
Μπολσεβίκοι με κανόνια..» πού την έρχονταν τώρα αυτά τα τραγούδια. Κάτι τέτοια
μας έλεγε η καημένη.
Μαρίνα: Όταν
τραγουδούσαν οι δυο τους καμιά φορά αν είχαν κέφι, σε γλέντια σ’ αυτά τι
τραγουδούσαν;
κα. Γλυκή: Όχι αυτά τα τραγούδια.
Μαρίνα: Τραγουδούσαν
άλλα τραγούδια στα γλέντια;
κα. Γλυκή: Το γιλεκάκι που φορείς. Θυμούμαι εγώ
εκεί που πασταλιάζαμε και τα έκαναν αυτά, ο μπαμπάς μου πιο πολύ.
Μαρίνα: Ο μπαμπάς σου τραγουδούσε
καλά;
κα. Γλυκή: Όχι, όχι κανέναν καλλίφωνο δεν είχε,
από εκεί πήραμε όλοι την καλλιφωνία.
κ. Γιάννης: Πράσινη φωνή.
Μαρίνα: Όταν έκανες καντάδες τη
Χαρίκλεια τι τραγούδια την έκανες για πες μου.
κα. Γλυκή: Έπαιρνε το βιολί με τις κιθάρες, έτσι
νομίζεις;
Μαρίνα: Αυτό θέλω τώρα να το ακούσω
όλο, περιγραφή, εσύ..
κ. Γιάννης: Λοιπόν τη Χαρίκλεια όταν την αγαπούσα
ήμασταν μια παρέα, συγκεκριμένα, ο Τερζής και εγώ..
κα. Γλυκή: Καλλίφωνος.
κ. Γιάννης: Και ο Γιώργης Γρηγόρης. Έφερνε τότε ο
Μάνος ο Δημοτζίκης, είχε την καλύτερη δισκοθήκη. Ούτε στη Σαλονίκη τα μαγαζιά
είχαν τέτοια δισκοθήκη. Ό,τι τραγούδι έβγαινε την άλλη μέρα εάν δεν μπορούσαν
να του το στείλουν από τη Σαλονίκη, άφηνε την ταβέρνα και πήγαινε Σαλονίκη
αγόραζε τον δίσκο, είχε συγκεκριμένο δισκοπωλείο, και το έφερνε. Το έβαζε 7-10 φορές,
καθόμασταν μέσα πίναμε μία ρετσίνα το βράδυ το μαθαίναμε..
κα. Γλυκή: Να η Χαρικλείτσα πώς θα πέσει. Το
τραγούδι ποιο είναι;
κ. Γιάννης: Δεν ήταν καλέ τότε.
κα. Γλυκή: Καλά ντε.
Μαρίνα: Για λέγε λοιπόν πηγαίνατε..
κ. Γιάννης: « Μέσα στης ζωής το καλντερίμι..», το
ξέρεις αυτό το τραγούδι;
Μαρίνα: Θυμήσου το λίγο.
κ. Γιάννης: «άνοιξε η νύχτα τα φτερά της..» τι με
βάζεις να πω, πες μου για τα παλιά να στα πω.
Μαρίνα: Δεν είναι παλιό αυτό; Πριν 50 χρονιά
τι είναι;
κ. Γιάννης: Παλιό είναι; Καινούργιο είναι.
κα. Γλυκή: Εκείνα είναι στα 100.
κ. Γιάννης: Εδώ άμα ρωτήσεις έναν στη δικιά σου
ηλικία, τι έγινε το ’41, ’44 δεν ξέρει να σου πει. Μπορεί να σου πει πολεμήσαμε
να διώξουμε τους Τούρκους και με γράμματα άνθρωπος να στα πει αυτά, όχι
αγράμματος.
κα. Γλυκή: Εγώ θυμούμαι που λέει ο Γιάννης τώρα
που ήρθε ο μπαμπάς μου από αυτό, εγώ θυμούμαι η μάνα μου παστάλιαζε σ’ γιαγιάς
το δωμάτιο. Είδες το παράθυρο που έχει από μέσα τόσο κενό; Εγώ καθόμουν εκεί
πάνω και τώρα αντίκρα, ο κόσμος τότε πήγαινε έκοβε κλαδιά και δεν είχε σπίτια
εδώ ούτε τίποτα, χωράφια ήταν..
Μαρίνα: Από εδώ και πέρα δεν είχε σπίτια.
κα. Γλυκή: Όλα χωράφια ήταν και κοίταζα τον κόσμο
με τα ζώα που έρχονταν με τα κλαδιά και την έλεγα τη μάνα μου, νάτος ο μπαμπάς,
νάτος ο μπαμπάς.
Μαρίνα: Πόσο χρονών 2 ήσουν εσύ 3;
κα. Γλυκή: Πιο μεγάλη.
κ. Γιάννης: 4 χρονών το ’49 για. Το ’47-’49 το ’50
γύρισε. 3 χρονών.
κα. Γλυκή: Τα θυμούμαι αυτά πάνω στο παραθύρι που
καθόμουν και έλεγα νάτος ο μπαμπάς, νάτος ο μπαμπάς και η μάνα μου έλεγε, δεν
είναι ο μπαμπάς δεν είναι ο μπαμπάς, δεν είναι εδώ ο μπαμπάς και έκλαιγε.
Παστάλιαζε και έκλαιγε.
κ. Γιάννης: Απ’ τη χαρά της!
Μαρίνα: Το θυμάσαι αυτό.
κα. Γλυκή: Και ύστερα όταν ήλθε δεν τον γνώρισα,
δεν τον θυμόμουν και η μάνα μου με βαστούσε αγκαλιά, ο Γιάννης εκεί κοντά ήταν.
κ. Γιάννης: Θείος, θείος.
κα. Γλυκή: Θείος, θείος βγε, το ρ δεν το έλεγα.
Μπαμπάς μαρί χαϊβάν. Αυτά τα θυμούμαι.
κ. Γιάννης: Όταν ήταν το ’49 εξορία, έχουμε ένα
χωράφι καμιά 3-3,5 χιλιόμετρα, αυτό έσπερνε η μάνα μου η καημένη, εδώ στις αποθήκες
που έχω τώρα και πήγαμε να σκαλίζουμε. Εμένα με είχε όπου κι αν πήγαινε γι’
αυτόν τον λόγο, σου λέει αν δεν σεβαστούν εμένα, γιατί έκαναν ουκ ολίγα. Εδώ
την γιαγιά την Πανούσινα…
κα. Γλυκή: Και την Πανούσινα, τη Μαρία Σαρχόση..
κ. Γιάννης: Την Δάφνη σ’ Φασούλα..
κα. Γλυκή: Την Ανέτα Σαμαρά, το άκουγα που τα
έλεγαν, την πήραν την κακοποιούσαν, την πήγαιναν στο σπίτι, φώναξε τη μάνα σου,
φώναζε, έβγαινε η μάνα, παιδί μου να σε πάρω, άλλοι την έπαιρναν ξανά.
κ. Γιάννης: Την Εριφύλη σ’ Τσοχατζή.
κα. Γλυκή: Και αρρώστιες γέμισαν κι απ’ όλα απ’
αυτά τα καθάρματα της κοινωνίας. Να γι’ αυτό φανατίζονται…
κ. Γιάννης: Και πήγαμε να σκαλίζουμε εμείς, είχε
έναν παρακρατικό γεροντοπαλίκαρο ήταν, τον Δανιλάκο εκείνο τον μεθοκλιάρη που
είχε τον Σατσάνη, θειός ήταν αυτός.
κα. Γλυκή: Δεν θυμούμαι Γιάννη.
κ. Γιάννης: Δυο χειροβομβίδες εδώ, ήρθε εκεί, τι
κάνεις εσύ τώρα εδώ; Σαν να τον βλέπω. Τι κάνω δεν βλέπεις λέει, σκαλίζω. Γιατί
σκαλίζεις; Γιατί σκαλίζω, να όλοι σκαλίζουν τα καπνά, ήρθα να σκαλίσω το καπνό.
Ποια είσαι εσύ; Τώρα αν πει ότι είναι σ’ Βασιλάκη σ’ Ρουσόπουλου η γυναίκα
μπορεί να την κάνει και κανένα κακό, να ρίξει τη χειροβομβίδα να την σκοτώσει
και εκείνη και μένα, σε ποιόν θα έδιναν λόγο. Εδώ σκότωναν χωρίς να περάσουν
αποδείξεις, έτσι επειδή γούσταρε σε σκότωνε, δεν έδινε λόγο σε κανέναν. Λοιπόν,
σ’ Νικόλα σ’ Τσέσικα, καλός άνθρωπος ο Νικόλας. Παντρεμένη είσαι; Αυτό το παιδί
ποιανού είναι; Πάει και εκεί, τώρα; Σ’ Βασιλάκη σ’ Ρουσόπουλου η γυναίκα. Γαμώ
την Παναγία σου γαμώ, κάνει έτσι το χέρι και παίρνει η μάνα μου στο χέρι το
σκαλιστήρι, άρχισε η μάνα μου να κλαίει, από δω από κάτω από τα Ντρουγκάθκα,
τότε δεν ήταν περιφραγμένο, χωράφια ήταν..
κα. Γλυκή: Από εκεί πηγαίναμε, γυρίζαμε..
κ. Γιάννης: Και ήρθαμε. Πού να πάει να σκαλίσει,
να φόβος, τέτοιες καλοσύνες. Γι’ αυτό καμιά φορά ξεφεύγω και φωνάζετε. Ήσουν
και εσύ, αλλά ήσουν μικρή δεν τα θυμάσαι.
κα. Γλυκή: Εγώ τα θυμάμαι πιο πολύ από τις
διηγήσεις Γιάννη, τα προηγούμενα ας πούμε. Ούτε τους Βουλγάρους εγώ τους
θυμήθηκα.
Μαρίνα: Αφού δεν είχες γεννηθεί τότε.
κα. Γλυκή: Θυμάμαι τη μάνα που έλεγε γίνονταν
σινιάλο και έπρεπε να μαζευτούν όλοι μέσα..
κ. Γιάννης: Σμούχρα.
κα. Γλυκή: Και γιατί ήταν η άλλη στην πόρτα με
τέτοια κοιλιά παίρνει, λέει, ο Βούργαρος το μαστίγιο, είχε μαστίγιο λέει και
άρχισε να την χτυπάει στην κοιλιά.
κ. Γιάννης: Πώς στεναχωρέθηκε ο Βούργαρος.
Μαρίνα: Και τώρα να μου
πεις τα τραγούδια που έλεγες στην αρχή στη Χαρίκλεια. Εγώ αυτό θέλω να μου
πεις.
κα. Γλυκή: «Στρώσε το στρώμα σου για δυο…»
Μαρίνα: Χαρίκλεια πότε είχατε δεσμό
πριν το ’67;
κα. Χαρίκλεια: Το ’70 παντρευτήκαμε.
κ. Γιάννης: Πριν το ’67.
κα. Χαρίκλεια: Από τότε και ύστερα.
κ. Γιάννης: Μέσα στη χούντα δεν είχαμε;
Μαρίνα: Πριν το ’67;
κ. Γιάννης: Όταν πήραν τον μπαμπά μου εξορία εμείς
δεν είχαμε σχέσεις; Πότε γεννήθηκαν τα παιδούδια της Μαργαρίτας;
κα. Χαρίκλεια: Ήμασταν ενάμιση χρόνο
αρραβωνιασμένοι.
κ. Γιάννης: Πριν από το αρραβωνιασμένοι πόσον
καιρό ήμασταν μαζί;
κα. Χαρίκλεια: Κανένα χρόνο δυο.
κ. Γιάννης: Για βάλε δυο χρόνια αρραβωνιασμένοι
και δυο χρόνια τέσσερα…
Μαρίνα: Και παντρευτήκατε το ’70, άρα
το ’66, άρα ήταν επιτρεπτά τα τραγούδια του Θεοδωράκη, γι’ αυτό σου λέω.
κ. Γιάννης: Ύστερα έγινε η δικτατορία, την 21η
Απριλίου έγινε η δικτατορία. Και ένα άλλο τώρα που θυμήθηκα. Η δικτατορία έγινε
21 Απριλίου. Ύστερα από μια βδομάδα γιόρταζε το πανηγύρι της Πρώτης. Εκείνα τα
χρόνια δεν είχε ΙΧ, να πάρουν το ΙΧ να πάνε στο πανηγύρι, είχε λεωφορείο και
έβαζαν λεωφορεία πήγαιναν, γυρνούσαν. Είχα έναν φίλο, τόσο φίλος ήταν, που θα
σου πω τώρα την περίπτωση, έτσι σ’ καταλαβαίνεις σ’ φίλοι δηλαδή. Βρεθήκαμε
έξω, μου λέει, ρε Ρουσόπουλε να πάμε στο πανηγύρι στην Πρώτη. Λέω πάμε, αλλά
εγώ δεν είμαι ντυμένος, πάμε στο σπίτι να πλυθώ, να ντυθώ, λέω, και να πάμε.
Ερχώντας εδώ πέρα από πίσω από μένα ήρθε ο Γιάννης ο Παπαντώνης, αυτός ήταν
γραμματέας της Κοινότητας…
κα. Γλυκή: Σ’ Πασχάλη ο συμπέθερος σήμερα που
είχαν το μνημόσυνο..
κ. Γιάννης: Ο αστυνόμος και ο Στέργιος ο Πάγγος
αυτός ο φασίστας που όταν ήρθε με το όπλο εδώ πέρα την 21η Απριλίου,
ήρθε να πάρει τον μπαμπά μου και όταν γύρισε ο μπαμπάς μου ήταν ο πρώτος που
πάει να τον πιάσει το χέρι να τον καλωσορίσει. Ρε γαδούρι φύγε από δω τον λέει.
Λοιπόν ήρθαν εδώ, τότε η εθνοσωτήρια κυβέρνηση, έτσι την ονόμαζαν, έδινε ένα
βοήθημα σε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους 500 δρχ. Το σπίτι τότε απάνω εδώ
δεν είχε τίποτα, αυτά αχυρώνες ήταν ακόμα, λοιπόν στο σπίτι απάνω ανέβηκε ο
Σαμαράς και εγώ κάτω θα πλύνομαν, εδώ είχαμε ένα πρόχειρο, ούτε λουτρό ούτε
τίποτα, στη λεκάνη μέσα, τέλος πάντων. Η εθνοσωτήρια κυβέρνηση δίνει σε όλες
τις οικογένειες των πολιτικών κρατουμένων 500 δρχ. βοήθημα. Πάρε το
πεντακοσάρικο βάλε και μια υπογραφή. Ούτε το πεντακοσάρικο σας παίρνω ούτε
υπογραφή βάζω. Παίρνει το λόγο ο Στέργιος ο Λυγιούρης, ούτε ο γραμματέας ο
Γιάννης είπε τίποτα, ούτε ο αστυνόμος. Είσαι υποχρεωμένος. Άι φύγε έξω από το
σπίτι μη σε βγάλω τον λέω έξω, λέει ο αστυνόμος πρόσεχε πώς μιλάς. Τι πώς μιλώ,
μέσα στο σπίτι μου όπως θέλω θα μιλώ λέω και ο κύριος δεν έχει κανένα δικαίωμα
για να μιλάει. Εσείς τι είστε για διακόσμηση σας έχουν εσάς εδώ πέρα; Έτσι
ακριβώς. Λοιπόν αυτοί να επιμένουν θα πάρεις το πεντακοσάρικο γιατί το πήραν
και άλλοι και εκείνος και εκείνος. Όλοι να το πήραν εγώ δεν το παίρνω. Τι
θέλεις; Θέλω αυτόν που τον πήραν από τον ύπνο να τον γυρίσουν πίσω, τελείωσε ή
αν έκανε κάτι να τον δικάσουν και αν έκανε κάτι να τον καταδικάσουν κιόλας.
Λέει αυτό δεν μπορεί να γίνει. Άμα δεν μπορεί να γίνει δεν παίρνω τίποτα.
Σηκώθηκαν έφυγαν αυτοί από εδώ πέρα. Ανεβαίνω τώρα απάνω..
κα. Γλυκή: Να πάρει τον φίλο.
κ. Γιάννης: Τον Σαμαρά. Εδώ Σαμαράς μέσα στην
κάμαρη και στην άλλη κάμαρη, Σαμαράς δεν υπάρχει πουθενά. Να τον γαμήσω τη μάνα
πού πήγε;
κα. Γλυκή: Μέσα στην ντουλάπα.
Μαρίνα: Κρύφτηκε μέσα στην ντουλάπα άι στο
καλό.
κ. Γιάννης: Ο Πασχάλης ο Πάγγος την πρώτη ντουλάπα
που έκανε, ήταν μαραγκός ένας εδώ πέρα και έκανε μια ντουλάπα κείνα τα χρόνια,
την έχουμε εκεί απάνω στο σπίτι το παλιό, αφού είδε αυτός από πάνω, σου λέει
βρε τι γίνεται εδώ, χώθηκε μέσα στην ντουλάπα, κλείνει και την πόρτα. Πού ρε
είσαι καμιά φορά φωνάζω, αφού έφυγαν αυτοί, κοιτάζω ανοίγει την πόρτα, σαν
εκείνα τα παιδούδια που κάνουν κούκου; Λέει εγώ δεν ήξερα. Τι δεν ήξερες; Δεν
ήξερες ποιος είμαι; Α ρε σήκω φύγε από δω πέρα, εγώ τέτοιους φίλους δεν τους
θέλω, λέω. Πού να ρθει η ώρα να πεις και κανέναν καλό λόγο. Και από τότε μέχρι
σήμερα πόσα χρόνια πέρασαν από το ’67; Ούτε στο μαγαζί του πήγα, ούτε καλημέρα
τον είπα ούτε πρόκειται να τον πω όσο θα ζούμε. Δηλαδή φίλοι είμαστε. Δεν
είμαστε φίλοι. Παρέα κάνουμε, το φίλοι είμαστε είναι βαριά κουβέντα.
κα. Γλυκή: ‘Ετσι, έτσι.
κ. Γιάννης: Και το χέρι σου ακόμα θα το κόψεις
για τον φίλο αν είσαι πραγματικός φίλος. Τόσο φίλος ήταν αυτός που τον διέγραψα
από εκείνη τη στιγμή. Μέχρι σήμερα είναι διαγραμμένος. Δεν ξέρω εκεί απάνω άμα
τον συγχωρέσω. Τώρα άλλο λέγε τι θες.
Μαρίνα: Αυτά με τις
καντάδες, στα πανηγύρια εγώ θυμάμαι ότι είχε ορχήστρα και τραγουδίστριες.
κ. Γιάννης: Βέβαια και τραγουδίστριες.
κα. Γλυκή: Εκεί πέρα εδώ δεν είχε. Εδώ είχε πάνω
στις ταράτσες εμείς.
Μαρίνα: Ζουρνάδες και τέτοια στο
Ροδολίβος είχε;
κα. Χαρίκλεια: Και ο Καζαντζίδης ήρθε.
κα. Γλυκή: Στον Μαργαρό ο Καζαντζίδης.
κ. Γιάννης: Οι ζουρνάδες έρχονταν από την
Τζουμαγιά, κάτι καλοί οργανοπαίχτες έπαιζαν.
Μαρίνα: Ο Μήτσος από την Τζουμαγιά.
κ. Γιάννης: Ο Μήτσος ήταν, αυτοί που παίζουν τώρα
μόνο για μπάτσες είναι, δεν ξέρουν να παίζουν.
Μαρίνα: Αυτοί έπαιζαν πάνω στην
Παναγία;
κα. Γλυκή: Στην Παναγία.
κ. Γιάννης: Προχθές ήρθε ένας εδώ στο καφενείο
τουρ τουρ, βουργαρούδι λέω αυτός ήταν, τον λέει ο Πλουμής, πίναμε καφέ εκεί
πέρα, α ρε λέει σηκωθείτε και φύγετε από δω πέρα, έβαλες τον ζουρνά στο στόμα,
βάλ’ τον αλλού τον ζουρνά, άι σήκω φύγε από δω πέρα, και ήρθες να σε δώσουμε
και φράγκα λέει, άι φύγε από δω πέρα. Δεν τους κόφτει τώρα να παίζουν. Αυτός ο
Μήτσος ήταν.
Μαρίνα: Ο Μήτσος ήταν
πολύ καλός ναι. Δε μου λες ο Καζαντζίδης είχε έρθει στο Ρόδον;
κ. Γιάννης: Όχι στο Ρόδον ήρθε στον Μαργαρό..
κα. Γλυκή: Μαζί υπηρετούσαν με έναν από δω.
κ. Γιάννης: Πιο πάνω καφενείο ο Μαργαρός.
κα. Γλυκή: Πιο πάνω δεν έχει αντίκρυ στο
κομμωτήριο ένα κτίσμα ένα μονοκόμματο; Αυτό ήταν μπροστά αυλή όλο και πίσω είχε
ένα μακρόστενο εκεί πέρα ένα κέντρο. Αλλά αυτό εδώ έβγαζαν τραπεζάκια, πάρα
πολύ όμορφο ήταν, πάρα πολύ ωραίο.
κ. Γιάννης: Είχε αυλή.
κα. Γλυκή: Και υπηρετούσε με έναν από δω και τον
φιλοξένησαν και ήρθε με τη Μαρινέλλα μαζί.
κ. Γιάννης: Παιδούδια ήμασταν εμείς παραστόλιαζαμε
εκεί απόξω να δούμε τον Καζαντζίδη.
Μαρίνα: Ο Μίκης ο Θεοδωράκης εδώ δεν
ήρθε για συναυλία;
κα. Γλυκή: Όχι για συναυλία. Πέρασε από δω, πού θα
πήγαινε και πέρασε από δω;
Μαρίνα: Εγώ πώς θυμάμαι σαν παιδί το
’60 πρέπει να είχε έρθει στην Πρώτη. Μήπως είχε έρθει στην Πρώτη;
κ. Γιάννης: Το κλιμάκιο της ΕΔΑ ήταν τότε.
κα. Γλυκή: Τη θεία Ιφιγένεια να ρωτήσεις εκείνη
τον έδωσε την ανθοδέσμη εδώ πέρα. Πρέπει να πέρασε από την Πρώτη. Δεν ήμουν
εγώ, εγώ ήμουν στις Σέρρες δεν ήμουν εδώ πέρα, αλλά ξέρω ότι τον έδωσε την
ανθοδέσμη η Ιφιγένεια.
............................................
Εκ
των υστέρων, ο Βαγγέλης είχε και έναν γιο ήταν λίγο αγαθός, αρραβωνιάστηκε στην
Ηλιοκώμη και τραγουδούσε μέσα στην δικτατορία, τώρα να φύγουμε από το ’44 να
πάμε στην δικτατορία…
κα. Γλυκή: Το ’67.
κ. Γιάννης: Τραγουδούσε, «στρώσε το στρώμα σου γιαδυο..», απαγορεύονταν τότε του Θεοδωράκη τα τραγούδια.
κα. Γλυκή: Αρραβωνιάστηκε ο καημένος και
χαίρονταν.
κ. Γιάννης: Αρραβωνιάστηκε και φίλησε. Στο
καφενείο της Μπάφρας. Οι Μπαφραλίδες τώρα παίρνουν τηλέφωνο στην αστυνομία,
ένας Ρουσόπουλος λέει «στρώσε το στρώμα σου για δυο..», σιδερώστε τον λέει. Τον
τραβούν ένα σιδέρωμα τον Γιώργη που λες, ύστερα από καμπόσες μέρες, ξάδελφε
έφαγα ένα ξύλο, λέει, για σένα. Γιατί ρε έφαγες για μένα ξύλο, τι έκανα εγώ και
έφαγες ξύλο εσύ; Να τραγουδούσα, εμ Γιώργη έτσι γίνεται. Άλλο τώρα, αρχίζοντας
ένα έρχονται και άλλα στο μυαλό και φεύγουμε από δω και πάμε εκεί, άντε να
βγάλεις άκρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου