Θεανώ
Πρώτο τραγούδι που θυμάσαι;
Κικιρίκου- κοκό
Από παιδική ηλικία:
Α) Τότε τι τα ‘μπλεξα κι εγώ με μια μικρή ξανθούλα.....
Β) Σουρωμένος θα ‘ ρθω πάλι
Από που σου έρχονται;
Από τον πατέρα μου. Τότε δεν είχαμε ραδιόφωνο. Εγώ γεννήθηκα το ’46, το ραδιόφωνο ήρθε το 1951- ίσως ’52. Ο πατέρας μου έπαιζε βιολί, κιθάρα, πάντσο κι έβαλε στη μουσική τότε και τ’ ανήψια του, μεγαλύτερα από μένα στο ακορντεόν και την κιθάρα. Και παίζανε κάθε μέρα για το κέφι τους και βέβαια σε γιορτές, γάμους, βαφτήσια, ήταν όλα αφορμές για γλέντια κι εννοείται χωρίς να πληρωθούν ποτέ. Ήταν για το κέφι τους για την τρέλα τους.
Στο σπίτι που μεγάλωσα είχα από πολύ μικρή μουσικές κι όργανα, τραγούδια, γλέντια, χορούς..
Κάποιο διάστημα τα έχασα, δεν ακουγόταν και τα ξαναβρήκα όταν βγήκε το ρεμπέτικο κι έγινε πολύ της μόδας.
Από παιδικά χρόνια; (μέχρι 15..)
Αυτό που για μένα ήταν πολύ χοντρό ήταν όταν πέθανε ο πατέρας μου, όταν εγώ είχα κλείσει τα 17 κι επειδή έπαιζα με τον πατέρα μου συχνά βιολί, ο πατέρας μου βιολί κι εγώ, και μου έκανε σε κάποια διφωνία ο πατέρας μου. Είχαμε την ίδια τρέλα και μανία για την μουσική και το τραγούδι. Κι όταν πέθαινε ο πατέρας σου και μάλιστα ξαφνικά, είναι ένα σοκ και βέβαια δεν ήξερα τίποτε απ’ αυτά και δεν είχα διάθεση να τραγουδήσουμε και να γλεντήσουμε, αλλά όμως ήταν πολύ έντονη η ανάγκη μου να παίξω βιολί με τον πατέρα μου. Αυτό δεν γινόταν, αλλά επειδή ήταν μικρό το μέρος, χωριό, ήταν και ο κοινωνικός περίγυρος που δεν το επέτρεπε, κι εγώ το ήξερα αυτό. Ήταν και το πένθος στο σπίτι, μεγάλο το σπίτι όπου έμεναν κι άλλοι, ο αδελφός του πατέρα, δυο οικογένειες μαζί. Κι εγώ έβαλα μανταλάκια στον καβαλάρη του βιολιού, το ξυλάκι πάνω στο οποίο ακουμπάνε οι χορδές, έβαλα μανταλάκια διπλά για να μην ακούγεται, έκλεισα και την πόρτα, την κλείδωσα κι έπαιζα κι έκλαιγα. Αυτό. Η μουσική ήταν χαρά. Εμείς ακόμα και λυπητερά τραγούδια τα τραγουδούσαμε, χαρούμενοι.
Ο μπαμπάς μου με δίδαξε τα πρώτα. Μετά πήγα στο ωδείο. Από το Νευροκόπι στη Δράμα, 42 χιλιόμετρα και κάναμε 3,5 ώρες να φτάσουμε και βέβαια σταμάτησα όταν πέθανε ο πατέρας μου.
Το πρώτο μου βιολί ήταν ένα μισό βιολάκι, το οποίο έφτιαξε ο φίλος του πατέρα μου, στο χέρι, το οποίο υπάρχει βέβαια ακόμη, και ήμουνα έξι χρονών που άρχισα να μαθαίνω τις νότες και μετά στα 17 μου σταμάτησα το βιολί, τα μαθήματα στο ωδείο. Εννοείτε ότι δεν το έπιασα στα χέρια μου μέχρι 33 χρονών. Η ζωή μου: μπήκα στο πανεπιστήμιο έπρεπε να σπουδάσω, να δουλεύω και να σπουδάζω, γιατί δεν υπήρχαν χρήματα πλέον. Πριν είχαμε χρήματα σπίτι, όσο ζούσε ο πατέρας μου είχαμε αρκετά, ήμασταν καλά. Θεωρούμασταν για την εποχή πλούσιοι, αλλά μετά ήμασταν πάμφτωχοι γιατί αυτός που έφερνε τα χρήματα είχε πεθάνει και ήμασταν 4 αδέλφια, δεν γίνεται. Λίγο το έπιασα στα χέρια μου όταν ερωτεύτηκα με τον Φίλλιπο, αλλά δεν ξέρω γιατί δεν του άρεσε το βιολί, οπότε είπα εντάξει θα παίζω όταν είμαι μόνη μου. Και η σχέση μου με την μουσική είναι εγώ και η μουσική. Δεν είναι εγώ, η μουσική και οι άλλοι. Αυτό προέκυψε πολύ αργότερα. Η μουσική ξεκινάει και τελειώνει σε μένα. Το ζητούμενο για μένα αν βρω κάποιον και παίζουμε μαζί και συμπέσουμε είμαι δηλαδή της ίδιας μουσικής δυναμικής και μου έχει συμβεί, αλλά σαν ακροατές οι άλλοι άνθρωποι, αυτό δεν με ενδιέφερε αλλά με τελαίνει όμως όταν συμβαίνει αυτό. Όταν δηλαδή είναι κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν επαφή με τη μουσική που είναι κι ανήμποροι, έτσι, κι αγαπούν τη μουσική. Και τότε χαίρομαι κι εγώ γιατί χαίρονται κι αυτοί.
Υπάρχει κάποιο τραγούδι που σε συνδέει με συγκεκριμένη φάση της ζωής σου;
Πολλά. Τα λαϊκά τραγούδια είναι αυτά τα πολύ συναισθηματικά που πέρα από την τεχνική τους, που με παρέπεμπαν σε δικά μου βιώματα.
Της ταβέρνας το ρολόι, το κοιτάς, κάτι σε τρώει
ρίξε στο ποτήρι μου, φαρμάκι για χατήρι μου
κι θα ‘ρθω να το πιώ...
Του Χιώτη
δε θέλω πια να ξαναρθείς, να σε ξεχάσω..
Όλα αυτά συνδέονται με κάποια περιστατικά;
Αυτά είναι και η κλασσική μουσική. Εκεί γύρω στα 15 μου ήρθα σε επαφή με τον Μπετόβεν και λόγω του ωδείου, κλασσική μουσική αυτoδιδάχτηκα. Και τώρα ακόμη όταν ακούω Μπετόβεν πάω κατευθείαν εκεί στα 15- 16 μου. Εκείνη η εποχή είναι συνδεδεμένη με τον Μπετόβεν.
Άλλες σημαντικές στιγμές της ζωής σου;
Λαϊκό, παραδοσιακό.
Τραγούδια που δεν θες να ξανακούσεις ποτέ;
Αυτά που δεν επιλέγω. Αυτά που ακούω τυχαία, σε ταξί, λεωφορεία ή κάπου αλλού, αυτά που από την πρώτη στιγμή δεν μου άρεσαν.
Το λαϊκό τραγούδι μου αρέσει. Δεν τα άκουγα στην εποχή τους (Καζαντζίδη, Πόλυ Πάνου, Καίτη Γκρέυ), αλλά ακουγόταν παντού τα ράδια ήταν ανοικτά. Στα 40 μου διαπίστωσα ότι τα ήξερα όλα, καλά τη μουσική, αλλά και τους στίχους, πιστεύω γιατί όλα αυτά τα τραγούδια χαρακτήριζαν την εποχή μου, τότε. Εκείνη την εποχή άκουγα Θεοδωράκη, Χατζηδάκι και κλασική μουσική. Μεγαλώνοντας μπήκα στο λαϊκό κι από το ρεμπέτικο είχα τα ακούσματα από τον πατέρα μου, ότι έπαιζε εκείνος, τα ευρωπαϊκά (ταγκό, βαλς). Εγώ και αρκετά χρόνια είμαι στο λαϊκό και το ρεμπέτικο όταν θα ψιλογλεντήσουμε.
Στο σήμερα
Ποιό τραγούδι σ’ αρέσει ν’ ακούς το πρωί;
Δεν είναί πάντα το ίδιο. Περνάω φάσεις, κολλήματα. Η ζωή μου είναι πολύ συνδεδεμένη με τη μουσική. Είναι σαν να λέγαμε παίζεται το έργο με τη μουσική του όπου πήγα στη Σκόπελο για 12-13 χρόνια δεν άκουγα μουσική καθόλου, ούτε από την τηλεώραση, ούτε από το ράδιο, καθόλου παρά μόνο τα καλοκαίρια πάνω στην Ανατολή, στου Ξυντάρη που είχε live και βέβαια παίζαμε κι εμείς εκεί. Αυτό ήταν τότε μουσική για μένα. Μετά όταν απέκτησα ένα κασετόφωνο δώρο κάποιος θεώρησε ότι πρέπει να το έχω οπωσδήποτε και μου έγραψε και κασέτες τότε. Ήταν με δύο θέσεις. Είχα στο ένα για μεγάλο διάστημα, μπορεί και 4 χρόνια, Μπαχ και στο άλλο Τσιτσάνη και στη διάρκεια της μέρας μπορεί να άκουγα για 5 ώρες το ένα και για 2 ώρες το άλλο. Ήταν έτσι. Μπαχ και Τσιτσάνη. Μπορεί αυτά τα δύο να μην έχουν καμία σχέση. Για μένα, ήταν. Θεωρώ τον Τσιτσάνη μεγάλο συνθέτη απίστευτα μεγάλο και θεωρώ βέβαια και τον Μπαχ. Τότε ήμουν πολύ μόνη μου, ζούσα μόνη εκείνον τον καιρό. Ήθελα να δω τι γίνεται με τον Μπαχ. Είχα μεγάλη σχέση με τον Μπετόβεν και ήθελα να δω τον Μπαχ που τον ήξερα μόνο για την πένθιμη μουσική . Έτυχε τότε ν’ ακούσω αυτά που δεν ήταν επιλογή μου τότε. Έμεινα στον Μπετόβεν που ήταν πιο χαρούμενος, πιο πομπώδης και πιο αναλυτικός στο τι είναι σύνθεση δηλαδή τι είναι τα πολλά όργανα μαζί. Τι είναι αυτό που όταν πατάς 4 διαφορετικές νότες. Στον Μπετόβεν φαίνεται πολύ καθαρά αυτό και μου άρεζε να καταλαβαίνω τι είναι αυτό. Ο Μπαχ έχει κάτι άλλο που το έχει κι ο Τσιτσάνης. Και οι δύο μου κινούσαν το ίδιο ενδιαφέρον και σε συναισθήματα ήμουν στα ίδια. Δηλαδή εκείνη την εποχή είχαν το ίδιο και οι δύο, οπότε ένα κόλλημα ήταν αυτό.
Μετά κόλλησα σε παραδοσιακά. Εγώ έπαιζα πάντα. Για μένα πάντα. Με το βιολί δεν τραγουδάω, αλλά με κιθάρα και ακορντεόν και μπουζούκι. Το όργανο μου είναι το βιολί. Μ’ αυτό είμα ι συναισθηματικά δεμένη. Τ’ άλλα τ’ αγαπώκ’ έχω και την περιέργεια να δω πως λειτουργεί το καθένα όμως στο κλασικό βιολί τότε μας απαγόρευαν εκτός από τις ασκήσεις να κάνουμε οτιδήποτε άλλο. Αυτό ήταν αυστηρό. Βέβαια εμένα δεν με άκουγε ο καθηγητής μου τι έπαιζα στο σπίτι μου, αλλά εγώ το πίστευα ότι έτσι έπρεπε να γίνει- υπήρχε δηλαδή μια εμπιστοσύνη. Νομίζω τώρα πια ότι αυτό ήταν λάθος παιδαγωγικό εκείνη την εποχή, αλλά επειδή στο σπίτι είχαμε κιθάρα, πάντσο, ακορντεόν, μαντολίνο, έπαιρνα το ακορντεόν και ότι ήθελα να παίζω τα έπαιζα. Τραγουδούσα όταν έπαιζα τα άλλα όργανα.
Πολλά τραγούδια μ’ αρέσουν.
Περιπλανώμενος, δυστυχισμένος.... Το πρώτο που μου’ ρχεται να τραγουδάω είναι το ρεμπέτικο και το παραδοσιακό. Μετά τα λαϊκά. Πάρε το δαχτυλίδι μου.... Μ’ αυτά είμαι συναισθηματικά δεμένη, επιδή είναι εκείνης της εποχής. Μνήμες που με πάνε σ’ εκείνη την εποχή.
Τώρα από ‘σενα.. σε μια φωτογραφία της στιγμής.. (Μοσχολιού, Ελευθερίου, Σπανός)
Τραγούδια για χορό
Χόρευαν οι άλλοι, εγώ έπαιζα. Όταν βλέπω να χορεύουν παραδοσιακούς χορούς, τότε θέλω οπωσδήποτε να μπω να χορέψω. Έχω χορέψει μόνη μου στο σπίτι. Προσπάθησα μόνη μου να δω πως είναι το ζεϊμπέκικο, αλλά δεν τα κατάφερα.
Με ποιό ερωτεύτηκες;
Με τον Φίλιππο που ήξερε πάρα πολλά τραγούδια κι είχε τη διάθεση να τραγουδά κάθε μέρα. Εκείνη την εποχή ήταν της μόδας ο Σαββόπουλος και λίγο μετά. Επειδή ο Φίλιππος μ’ έβγαλε από το πένθος μου για τον πατέρα μου και τραγουδούσε Θεοδωράκη, Χατζηδάκη και Σαββόπουλο. Από ξένη μουσική, μέχρι τα 17 μου άκουγα όταν έβρισκα βέβαια την Aretha Franklin. Ιταλικά, γαλλικά. Edith Piaf (je ne regretted rieu)…
Με ποιό ταξιδεύεις, ονειρεύεσαι;
Όλα όσα μ’ αρέσουν. Στο πα και στο ξαναλέω, μη μου γράφεις γράμματα. Τραγούδια του Τσιτσάνη. Μ’ αρέσει αυτό που με πιάνει.
Τι θα μου αφιέρωνες;
Να σε σκεφτώ εσένα.
Στην Ειρήνη σου: έχουμε τα δικά μας.
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, που με βάζεις.
Όταν έμεινα έγκυος: φεύγω στη μάνα μου στη Σαλονίκη ( Μοσχολιού)
Τραγουδούσαμε: έτσι είναι η ζωή.... κόκκινο γαρύφαλλο.
Όταν βρίσκω ένα καινούργιο τραγούδι της το βάζω για να δω που βρισκόμαστε μουσικά οι δυό μας.
Ποιό τραγούδι θα ήθελες να σου αφιερώσουν;
Αυτό, αυτό, αυτό. Είναι πολλά αυτά που μ’αρέσουν.
«τώρα είναι μια μητέρα, με παιδί χωρίς πατέρα.»
(είχα χωρίσει και ήμουνα μητέρα...) δεν το έλεγα να κλαίω, έτσι, αλλά ήταν το τραγούδι που ήθελα να το λέω.
Αν είμαι σ’ ένα ρεμπετάδικο θα ήθελα πάρα πολύ του κοκαϊνοπότη.
Αυτό κι αν έχει εικόνες. Είναι το τέλειο! ( Ρόζα Εσκενάζυ)
« αχ η ξενιτιά το χαίρεται- το Τζιβαέρι».
Έσκασε μύτη στη Σκόπελο ένας Γερμανός που μου ζήτησε να του γράψω μια κασέτα με ελληνική μουσική. Θα έφευγε σε δυο μέρες. Λοιπόν δυο εικοσιτετράωρα είχα πελαγώσει. Τι να του γράψω, του’ δωσα τελικά την κασέτα και του είπα ότι αυτό είναι ένα ελάχιστο δείγμα. Αν πράγματι θέλεις να μάθεις κάποια ελάχιστα πράγματα θα πρέπει να κάτσεις και να ακούσεις πολύ.
Και πόσα είδη μουσικής έχουμε στην Ελλάδα;
Είμαστε σ’ ενα μέρος όπου συμβαίνουν φοβερά μουσικά πράγματα.
Χρώμα, άρωμα.
Με παραπέμπει σε ανεμώνη. Ίσως ένα μωβ χρώμα. Ίσως γιατί είναι γυναίκα που το τραγουδάει και μιλάει για μια γυναίκα που παρασύρθηκε. Και την ανεμώνη ο αέρας την παρασέρνει. Και είναι και το μωβ χρώμα που είναι γυναικείο χρώμα.
Άρωμα;
Ανατολής, Σαμαρκάνδη μεριά sandal wood (σανδαλόξυλο)
Το τώρα σου με ποιό τραγούδι;
Το μυαλό μου πάει σε κλασική μουσική. Επειδή κι εγώ ακόμη χρειάζομαι αποσυμπίεση, παρ’ ότι θεωρώ ότι αρκετά cool είμα, πατάω καλά, μουσικά θα ήθελα να σπάσω τις χορδές του πιάνου, του βιολιού, με τους πιο μοντέρνους και δυναμικούς θα έλεγα. Τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν έχω τόση επαφή. Θα έλεγα σκλήρο ροκ σε αυτή την φάση. Γιατί δεν θέλω να πενθίσω γι’ αυτά τώρα. Αυτή τη στιγμή μιλάω για την Ελλάδα ή και παγκόσμια. Σκληρό ροκ ή η χέβι μέταλ. Αβ ήμουν νέα τώρα, μουσικά θα ήμουν σ’ αυτά. Πέρασα αυτό το στάδιο του προσωπικού σοκ με το πρώτο μνημόνιο που έτυχε να το διαβάσω πριν το διαβάσουν οι αρμόδιοι, μόλις κυκλοφόρισε. Αν κάποιος το είχε διαβάσει θα έβλεπε ότι μαθηματικά οδηγούμαστε εδώ.
Ήμουν πολύ κολλημένη με το βιολί μου. Το τρίτο μου βιολί, που ήταν του φίλου του πατέρα μου, που μου το χάρησε, όταν αυτός τρελάθηκε. Πριν από 35 χρόνια. Μέχρι πριν μια δεκαετία δεν άφησα να το αγγίζει κανένας. Με τρόπο βέβαια έλεγα πιάστε την κιθάρα.... το βιολί μου εκείνο ήταν το κόλημμά μου και σε ένα ατύχημα (με αμάξι) στα πόδια μου λέω την ώρα της σύγκρουσης: «αυτό ήταν κυρά μου με το βιολί σου εσύ θα πας και τελικά θα καταστραφεί κι αυτό με σένα». Δεν ένιωσα κανένα φόβο. Αυτό. Από τότε ξεκόλλησα κι εγώ και το δίνω.
Η μαμά μου αγαπά πολύ τη μουσική και το τραγούδι. Στο ωδείο όλα τα παιδιά έλεγαν «εγώ θα γίνω μαέστρος στο ...» εγώ δεν είχα τέτοια και όλα αυτά τα άκουγα παράξενα. Γιατί για ‘μας η μουσική ήταν να μάθουμε να παίζουμε μουσική για μας και βέβαια αν ακούνε και κάποιοι και χαίρονται, ακόμη καλύτερα.
Στα βαφτήσια του ξαδέρφου μου ήμουν τεσσάρων χρονών. Ο νονός του είχε πιεί και κάποια στιγμή κλαίγοντας άρχισε να τραγουδά: «ανάθεμα και τα μακρά» (ποντιακό) και ακούγοντας τον άρχισα κι εγώ να κλαίω...
Μιλά για την ξενιτιά... ίδιο με το Τζιβαέρι. Όπου δεν φτάνει η φωνή...
Τόσα είδη μουσικής!!! Στην Ελλάδα
Πρώτο τραγούδι που θυμάσαι;
Κικιρίκου- κοκό
Από παιδική ηλικία:
Α) Τότε τι τα ‘μπλεξα κι εγώ με μια μικρή ξανθούλα.....
Β) Σουρωμένος θα ‘ ρθω πάλι
Από που σου έρχονται;
Από τον πατέρα μου. Τότε δεν είχαμε ραδιόφωνο. Εγώ γεννήθηκα το ’46, το ραδιόφωνο ήρθε το 1951- ίσως ’52. Ο πατέρας μου έπαιζε βιολί, κιθάρα, πάντσο κι έβαλε στη μουσική τότε και τ’ ανήψια του, μεγαλύτερα από μένα στο ακορντεόν και την κιθάρα. Και παίζανε κάθε μέρα για το κέφι τους και βέβαια σε γιορτές, γάμους, βαφτήσια, ήταν όλα αφορμές για γλέντια κι εννοείται χωρίς να πληρωθούν ποτέ. Ήταν για το κέφι τους για την τρέλα τους.
Στο σπίτι που μεγάλωσα είχα από πολύ μικρή μουσικές κι όργανα, τραγούδια, γλέντια, χορούς..
Κάποιο διάστημα τα έχασα, δεν ακουγόταν και τα ξαναβρήκα όταν βγήκε το ρεμπέτικο κι έγινε πολύ της μόδας.
Από παιδικά χρόνια; (μέχρι 15..)
Αυτό που για μένα ήταν πολύ χοντρό ήταν όταν πέθανε ο πατέρας μου, όταν εγώ είχα κλείσει τα 17 κι επειδή έπαιζα με τον πατέρα μου συχνά βιολί, ο πατέρας μου βιολί κι εγώ, και μου έκανε σε κάποια διφωνία ο πατέρας μου. Είχαμε την ίδια τρέλα και μανία για την μουσική και το τραγούδι. Κι όταν πέθαινε ο πατέρας σου και μάλιστα ξαφνικά, είναι ένα σοκ και βέβαια δεν ήξερα τίποτε απ’ αυτά και δεν είχα διάθεση να τραγουδήσουμε και να γλεντήσουμε, αλλά όμως ήταν πολύ έντονη η ανάγκη μου να παίξω βιολί με τον πατέρα μου. Αυτό δεν γινόταν, αλλά επειδή ήταν μικρό το μέρος, χωριό, ήταν και ο κοινωνικός περίγυρος που δεν το επέτρεπε, κι εγώ το ήξερα αυτό. Ήταν και το πένθος στο σπίτι, μεγάλο το σπίτι όπου έμεναν κι άλλοι, ο αδελφός του πατέρα, δυο οικογένειες μαζί. Κι εγώ έβαλα μανταλάκια στον καβαλάρη του βιολιού, το ξυλάκι πάνω στο οποίο ακουμπάνε οι χορδές, έβαλα μανταλάκια διπλά για να μην ακούγεται, έκλεισα και την πόρτα, την κλείδωσα κι έπαιζα κι έκλαιγα. Αυτό. Η μουσική ήταν χαρά. Εμείς ακόμα και λυπητερά τραγούδια τα τραγουδούσαμε, χαρούμενοι.
Ο μπαμπάς μου με δίδαξε τα πρώτα. Μετά πήγα στο ωδείο. Από το Νευροκόπι στη Δράμα, 42 χιλιόμετρα και κάναμε 3,5 ώρες να φτάσουμε και βέβαια σταμάτησα όταν πέθανε ο πατέρας μου.
Το πρώτο μου βιολί ήταν ένα μισό βιολάκι, το οποίο έφτιαξε ο φίλος του πατέρα μου, στο χέρι, το οποίο υπάρχει βέβαια ακόμη, και ήμουνα έξι χρονών που άρχισα να μαθαίνω τις νότες και μετά στα 17 μου σταμάτησα το βιολί, τα μαθήματα στο ωδείο. Εννοείτε ότι δεν το έπιασα στα χέρια μου μέχρι 33 χρονών. Η ζωή μου: μπήκα στο πανεπιστήμιο έπρεπε να σπουδάσω, να δουλεύω και να σπουδάζω, γιατί δεν υπήρχαν χρήματα πλέον. Πριν είχαμε χρήματα σπίτι, όσο ζούσε ο πατέρας μου είχαμε αρκετά, ήμασταν καλά. Θεωρούμασταν για την εποχή πλούσιοι, αλλά μετά ήμασταν πάμφτωχοι γιατί αυτός που έφερνε τα χρήματα είχε πεθάνει και ήμασταν 4 αδέλφια, δεν γίνεται. Λίγο το έπιασα στα χέρια μου όταν ερωτεύτηκα με τον Φίλλιπο, αλλά δεν ξέρω γιατί δεν του άρεσε το βιολί, οπότε είπα εντάξει θα παίζω όταν είμαι μόνη μου. Και η σχέση μου με την μουσική είναι εγώ και η μουσική. Δεν είναι εγώ, η μουσική και οι άλλοι. Αυτό προέκυψε πολύ αργότερα. Η μουσική ξεκινάει και τελειώνει σε μένα. Το ζητούμενο για μένα αν βρω κάποιον και παίζουμε μαζί και συμπέσουμε είμαι δηλαδή της ίδιας μουσικής δυναμικής και μου έχει συμβεί, αλλά σαν ακροατές οι άλλοι άνθρωποι, αυτό δεν με ενδιέφερε αλλά με τελαίνει όμως όταν συμβαίνει αυτό. Όταν δηλαδή είναι κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν επαφή με τη μουσική που είναι κι ανήμποροι, έτσι, κι αγαπούν τη μουσική. Και τότε χαίρομαι κι εγώ γιατί χαίρονται κι αυτοί.
Υπάρχει κάποιο τραγούδι που σε συνδέει με συγκεκριμένη φάση της ζωής σου;
Πολλά. Τα λαϊκά τραγούδια είναι αυτά τα πολύ συναισθηματικά που πέρα από την τεχνική τους, που με παρέπεμπαν σε δικά μου βιώματα.
Της ταβέρνας το ρολόι, το κοιτάς, κάτι σε τρώει
ρίξε στο ποτήρι μου, φαρμάκι για χατήρι μου
κι θα ‘ρθω να το πιώ...
Του Χιώτη
δε θέλω πια να ξαναρθείς, να σε ξεχάσω..
Όλα αυτά συνδέονται με κάποια περιστατικά;
Αυτά είναι και η κλασσική μουσική. Εκεί γύρω στα 15 μου ήρθα σε επαφή με τον Μπετόβεν και λόγω του ωδείου, κλασσική μουσική αυτoδιδάχτηκα. Και τώρα ακόμη όταν ακούω Μπετόβεν πάω κατευθείαν εκεί στα 15- 16 μου. Εκείνη η εποχή είναι συνδεδεμένη με τον Μπετόβεν.
Άλλες σημαντικές στιγμές της ζωής σου;
Λαϊκό, παραδοσιακό.
Τραγούδια που δεν θες να ξανακούσεις ποτέ;
Αυτά που δεν επιλέγω. Αυτά που ακούω τυχαία, σε ταξί, λεωφορεία ή κάπου αλλού, αυτά που από την πρώτη στιγμή δεν μου άρεσαν.
Το λαϊκό τραγούδι μου αρέσει. Δεν τα άκουγα στην εποχή τους (Καζαντζίδη, Πόλυ Πάνου, Καίτη Γκρέυ), αλλά ακουγόταν παντού τα ράδια ήταν ανοικτά. Στα 40 μου διαπίστωσα ότι τα ήξερα όλα, καλά τη μουσική, αλλά και τους στίχους, πιστεύω γιατί όλα αυτά τα τραγούδια χαρακτήριζαν την εποχή μου, τότε. Εκείνη την εποχή άκουγα Θεοδωράκη, Χατζηδάκι και κλασική μουσική. Μεγαλώνοντας μπήκα στο λαϊκό κι από το ρεμπέτικο είχα τα ακούσματα από τον πατέρα μου, ότι έπαιζε εκείνος, τα ευρωπαϊκά (ταγκό, βαλς). Εγώ και αρκετά χρόνια είμαι στο λαϊκό και το ρεμπέτικο όταν θα ψιλογλεντήσουμε.
Στο σήμερα
Ποιό τραγούδι σ’ αρέσει ν’ ακούς το πρωί;
Δεν είναί πάντα το ίδιο. Περνάω φάσεις, κολλήματα. Η ζωή μου είναι πολύ συνδεδεμένη με τη μουσική. Είναι σαν να λέγαμε παίζεται το έργο με τη μουσική του όπου πήγα στη Σκόπελο για 12-13 χρόνια δεν άκουγα μουσική καθόλου, ούτε από την τηλεώραση, ούτε από το ράδιο, καθόλου παρά μόνο τα καλοκαίρια πάνω στην Ανατολή, στου Ξυντάρη που είχε live και βέβαια παίζαμε κι εμείς εκεί. Αυτό ήταν τότε μουσική για μένα. Μετά όταν απέκτησα ένα κασετόφωνο δώρο κάποιος θεώρησε ότι πρέπει να το έχω οπωσδήποτε και μου έγραψε και κασέτες τότε. Ήταν με δύο θέσεις. Είχα στο ένα για μεγάλο διάστημα, μπορεί και 4 χρόνια, Μπαχ και στο άλλο Τσιτσάνη και στη διάρκεια της μέρας μπορεί να άκουγα για 5 ώρες το ένα και για 2 ώρες το άλλο. Ήταν έτσι. Μπαχ και Τσιτσάνη. Μπορεί αυτά τα δύο να μην έχουν καμία σχέση. Για μένα, ήταν. Θεωρώ τον Τσιτσάνη μεγάλο συνθέτη απίστευτα μεγάλο και θεωρώ βέβαια και τον Μπαχ. Τότε ήμουν πολύ μόνη μου, ζούσα μόνη εκείνον τον καιρό. Ήθελα να δω τι γίνεται με τον Μπαχ. Είχα μεγάλη σχέση με τον Μπετόβεν και ήθελα να δω τον Μπαχ που τον ήξερα μόνο για την πένθιμη μουσική . Έτυχε τότε ν’ ακούσω αυτά που δεν ήταν επιλογή μου τότε. Έμεινα στον Μπετόβεν που ήταν πιο χαρούμενος, πιο πομπώδης και πιο αναλυτικός στο τι είναι σύνθεση δηλαδή τι είναι τα πολλά όργανα μαζί. Τι είναι αυτό που όταν πατάς 4 διαφορετικές νότες. Στον Μπετόβεν φαίνεται πολύ καθαρά αυτό και μου άρεζε να καταλαβαίνω τι είναι αυτό. Ο Μπαχ έχει κάτι άλλο που το έχει κι ο Τσιτσάνης. Και οι δύο μου κινούσαν το ίδιο ενδιαφέρον και σε συναισθήματα ήμουν στα ίδια. Δηλαδή εκείνη την εποχή είχαν το ίδιο και οι δύο, οπότε ένα κόλλημα ήταν αυτό.
Μετά κόλλησα σε παραδοσιακά. Εγώ έπαιζα πάντα. Για μένα πάντα. Με το βιολί δεν τραγουδάω, αλλά με κιθάρα και ακορντεόν και μπουζούκι. Το όργανο μου είναι το βιολί. Μ’ αυτό είμα ι συναισθηματικά δεμένη. Τ’ άλλα τ’ αγαπώκ’ έχω και την περιέργεια να δω πως λειτουργεί το καθένα όμως στο κλασικό βιολί τότε μας απαγόρευαν εκτός από τις ασκήσεις να κάνουμε οτιδήποτε άλλο. Αυτό ήταν αυστηρό. Βέβαια εμένα δεν με άκουγε ο καθηγητής μου τι έπαιζα στο σπίτι μου, αλλά εγώ το πίστευα ότι έτσι έπρεπε να γίνει- υπήρχε δηλαδή μια εμπιστοσύνη. Νομίζω τώρα πια ότι αυτό ήταν λάθος παιδαγωγικό εκείνη την εποχή, αλλά επειδή στο σπίτι είχαμε κιθάρα, πάντσο, ακορντεόν, μαντολίνο, έπαιρνα το ακορντεόν και ότι ήθελα να παίζω τα έπαιζα. Τραγουδούσα όταν έπαιζα τα άλλα όργανα.
Πολλά τραγούδια μ’ αρέσουν.
Περιπλανώμενος, δυστυχισμένος.... Το πρώτο που μου’ ρχεται να τραγουδάω είναι το ρεμπέτικο και το παραδοσιακό. Μετά τα λαϊκά. Πάρε το δαχτυλίδι μου.... Μ’ αυτά είμαι συναισθηματικά δεμένη, επιδή είναι εκείνης της εποχής. Μνήμες που με πάνε σ’ εκείνη την εποχή.
Τώρα από ‘σενα.. σε μια φωτογραφία της στιγμής.. (Μοσχολιού, Ελευθερίου, Σπανός)
Τραγούδια για χορό
Χόρευαν οι άλλοι, εγώ έπαιζα. Όταν βλέπω να χορεύουν παραδοσιακούς χορούς, τότε θέλω οπωσδήποτε να μπω να χορέψω. Έχω χορέψει μόνη μου στο σπίτι. Προσπάθησα μόνη μου να δω πως είναι το ζεϊμπέκικο, αλλά δεν τα κατάφερα.
Με ποιό ερωτεύτηκες;
Με τον Φίλιππο που ήξερε πάρα πολλά τραγούδια κι είχε τη διάθεση να τραγουδά κάθε μέρα. Εκείνη την εποχή ήταν της μόδας ο Σαββόπουλος και λίγο μετά. Επειδή ο Φίλιππος μ’ έβγαλε από το πένθος μου για τον πατέρα μου και τραγουδούσε Θεοδωράκη, Χατζηδάκη και Σαββόπουλο. Από ξένη μουσική, μέχρι τα 17 μου άκουγα όταν έβρισκα βέβαια την Aretha Franklin. Ιταλικά, γαλλικά. Edith Piaf (je ne regretted rieu)…
Με ποιό ταξιδεύεις, ονειρεύεσαι;
Όλα όσα μ’ αρέσουν. Στο πα και στο ξαναλέω, μη μου γράφεις γράμματα. Τραγούδια του Τσιτσάνη. Μ’ αρέσει αυτό που με πιάνει.
Τι θα μου αφιέρωνες;
Να σε σκεφτώ εσένα.
Στην Ειρήνη σου: έχουμε τα δικά μας.
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, που με βάζεις.
Όταν έμεινα έγκυος: φεύγω στη μάνα μου στη Σαλονίκη ( Μοσχολιού)
Τραγουδούσαμε: έτσι είναι η ζωή.... κόκκινο γαρύφαλλο.
Όταν βρίσκω ένα καινούργιο τραγούδι της το βάζω για να δω που βρισκόμαστε μουσικά οι δυό μας.
Ποιό τραγούδι θα ήθελες να σου αφιερώσουν;
Αυτό, αυτό, αυτό. Είναι πολλά αυτά που μ’αρέσουν.
«τώρα είναι μια μητέρα, με παιδί χωρίς πατέρα.»
(είχα χωρίσει και ήμουνα μητέρα...) δεν το έλεγα να κλαίω, έτσι, αλλά ήταν το τραγούδι που ήθελα να το λέω.
Αν είμαι σ’ ένα ρεμπετάδικο θα ήθελα πάρα πολύ του κοκαϊνοπότη.
Αυτό κι αν έχει εικόνες. Είναι το τέλειο! ( Ρόζα Εσκενάζυ)
« αχ η ξενιτιά το χαίρεται- το Τζιβαέρι».
Έσκασε μύτη στη Σκόπελο ένας Γερμανός που μου ζήτησε να του γράψω μια κασέτα με ελληνική μουσική. Θα έφευγε σε δυο μέρες. Λοιπόν δυο εικοσιτετράωρα είχα πελαγώσει. Τι να του γράψω, του’ δωσα τελικά την κασέτα και του είπα ότι αυτό είναι ένα ελάχιστο δείγμα. Αν πράγματι θέλεις να μάθεις κάποια ελάχιστα πράγματα θα πρέπει να κάτσεις και να ακούσεις πολύ.
Και πόσα είδη μουσικής έχουμε στην Ελλάδα;
Είμαστε σ’ ενα μέρος όπου συμβαίνουν φοβερά μουσικά πράγματα.
Χρώμα, άρωμα.
Με παραπέμπει σε ανεμώνη. Ίσως ένα μωβ χρώμα. Ίσως γιατί είναι γυναίκα που το τραγουδάει και μιλάει για μια γυναίκα που παρασύρθηκε. Και την ανεμώνη ο αέρας την παρασέρνει. Και είναι και το μωβ χρώμα που είναι γυναικείο χρώμα.
Άρωμα;
Ανατολής, Σαμαρκάνδη μεριά sandal wood (σανδαλόξυλο)
Το τώρα σου με ποιό τραγούδι;
Το μυαλό μου πάει σε κλασική μουσική. Επειδή κι εγώ ακόμη χρειάζομαι αποσυμπίεση, παρ’ ότι θεωρώ ότι αρκετά cool είμα, πατάω καλά, μουσικά θα ήθελα να σπάσω τις χορδές του πιάνου, του βιολιού, με τους πιο μοντέρνους και δυναμικούς θα έλεγα. Τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν έχω τόση επαφή. Θα έλεγα σκλήρο ροκ σε αυτή την φάση. Γιατί δεν θέλω να πενθίσω γι’ αυτά τώρα. Αυτή τη στιγμή μιλάω για την Ελλάδα ή και παγκόσμια. Σκληρό ροκ ή η χέβι μέταλ. Αβ ήμουν νέα τώρα, μουσικά θα ήμουν σ’ αυτά. Πέρασα αυτό το στάδιο του προσωπικού σοκ με το πρώτο μνημόνιο που έτυχε να το διαβάσω πριν το διαβάσουν οι αρμόδιοι, μόλις κυκλοφόρισε. Αν κάποιος το είχε διαβάσει θα έβλεπε ότι μαθηματικά οδηγούμαστε εδώ.
Ήμουν πολύ κολλημένη με το βιολί μου. Το τρίτο μου βιολί, που ήταν του φίλου του πατέρα μου, που μου το χάρησε, όταν αυτός τρελάθηκε. Πριν από 35 χρόνια. Μέχρι πριν μια δεκαετία δεν άφησα να το αγγίζει κανένας. Με τρόπο βέβαια έλεγα πιάστε την κιθάρα.... το βιολί μου εκείνο ήταν το κόλημμά μου και σε ένα ατύχημα (με αμάξι) στα πόδια μου λέω την ώρα της σύγκρουσης: «αυτό ήταν κυρά μου με το βιολί σου εσύ θα πας και τελικά θα καταστραφεί κι αυτό με σένα». Δεν ένιωσα κανένα φόβο. Αυτό. Από τότε ξεκόλλησα κι εγώ και το δίνω.
Η μαμά μου αγαπά πολύ τη μουσική και το τραγούδι. Στο ωδείο όλα τα παιδιά έλεγαν «εγώ θα γίνω μαέστρος στο ...» εγώ δεν είχα τέτοια και όλα αυτά τα άκουγα παράξενα. Γιατί για ‘μας η μουσική ήταν να μάθουμε να παίζουμε μουσική για μας και βέβαια αν ακούνε και κάποιοι και χαίρονται, ακόμη καλύτερα.
Στα βαφτήσια του ξαδέρφου μου ήμουν τεσσάρων χρονών. Ο νονός του είχε πιεί και κάποια στιγμή κλαίγοντας άρχισε να τραγουδά: «ανάθεμα και τα μακρά» (ποντιακό) και ακούγοντας τον άρχισα κι εγώ να κλαίω...
Μιλά για την ξενιτιά... ίδιο με το Τζιβαέρι. Όπου δεν φτάνει η φωνή...
Τόσα είδη μουσικής!!! Στην Ελλάδα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου