Για τις ανάγκες της θεατρικής μας ομάδας

Παρασκευή 7 Απριλίου 2017

Συνέντευξη κας Μαίρης (Πασχαλιά, Κική)


-Κα Μαίρη θά 'θελα να μας πεις εάν...
- (Κα Μαίρη) - Ενικός, ενικός.
- Ενικός, ναι. Και μένα με βολεύει πιο πολύ. Ναι;
- (Κα Μαίρη) - Ναι, μωρέ, ναί.
- Θα ήθελα να μας πεις, κα Μαίρη, ποιο τραγούδι θυμάσαι από τα πρώτα παιδικά σου ακούσματα. Όταν ήσουνα παιδί.
- (Κα Μαίρη) Άμα σας πω ότι στην Αλιστράτη ο θείος μου είχε καφενείο. Τό 'λεγαν "Κέντρον". Και κει είχε και λατέρνα. Τα πρώτα τραγούδια εκεί τ' άκουσα. Κοριτσάκι μικρό ήμουνα τότε. Πόσο ήμουνα. Τεσσάρων, πέντε χρονών.
- Θυμάσαι ποιο ήταν το πρώτο που σ' άρεσε; Ή που τό 'λεγες. Ότι θυμάσαι.
- (Κα Μαίρη) - Έλεγαν για τα μαλλάκια, "Άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα", κάτι κασαπιές, τώρα δε μ' έρχονται στο μυαλό...
- Ότι να 'ναι. Δεν πειράζει. Κασαπιές της εποχής;
- (Κα Μαίρη) Κασαπιές της εποχής, γρήγορες κιόλας· όπου γινόταν γάμος, εμείς πηγαίναμε. Η ξαδέρφη μου γύριζε, ήταν μεγάλη εκείνη και γύριζε το... Πώς το λένε;
-Τη λατέρνα. Τη μανιβέλα . Άρα εσείς πηγαίνατε με τη λατέρνα...
- (Κα Μαίρη) Εμείς σε όλους τους γάμους πηγαίναμε με τη λατέρνα, κι όπου γάμος και χαρά εμείς πρώτοι χορεύαμε εκεί πέρα.
- Όταν λέτε εσείς, ποιοί δηλαδή;
- (Κα Μαίρη) Εγώ με την ξαδέρφη μου. Αυτή. Ο θείος είχε τη λατέρνα, είχα κι άλλη ξαδέρφη, δύο ήμασταν, εμείς οι χορευταρούδες. Η μία γύριζε κι όταν κουραζόταν εκείνη...
- Χορεύατε κιόλας δηλαδή;
- (Κα Μαίρη) Βεβαίως χορεύαμε. Τα πρωτεία είχαμε καλέ. Χορεύαμε μπροστά. Στους γάμους. Ήμασταν της πιάτσας παιδιά.
- Έτσι πρέπει. Το αγαπούσατε το τραγούδι δηλαδή;
- (Κα Μαίρη) Πάρα πολύ.Το αγαπούσαμε και πολύ χορεύαμε. Θυμάμαι τις Αποκριές μαζευόταν κόσμος πολύς εκεί, τα τραπέζια γύρω - γύρω, θαρρείς τα βλέπω μπροστά μου τώρα. Τα τραπέζια γύρω - γύρω με τον κόσμο, γεμάτα επάνω, σουτζουκάκια τέτοια πράγματα, δεν είχε πολλά τότε, και ντυμένοι καρναβάλια, χόρευαν, γλεντούσαν, και χαιρόταν όλος ο κόσμος. Σαν να ήμασταν μια οικογένεια εκείνα τα χρόνια, ρε παιδιά. Τι να σας πω. Δεν υπήρχαν αυτά τα μίση που υπάρχουν τώρα με τα κομματικά και τα λοιπά.
- Κάτι έτσι από κείνη την εποχή, τα παιδικά χρόνια ήταν εύκολα; Δύσκολα; Το τραγούδι, ο χορός τι ρόλο έπαιζε για σας; Σας ξεκούραζε; Σας ...
- (Κα Μαίρη) Ο χορός ήταν το πρώτο. Εμείς είχαμε και αμπέλια εκεί, είχαμε και κρασί. Πίναμε και κανένα ποτηράκι κρασί και ήμασταν πολύ άνετες. Χορεύαμε, τραγουδούσαμε. Τ' αγόρια από πίσω να. Αλλά εμείς τίποτα δεν καταλαβαίναμε. Έφτιαναμε βόλτες πάνω στο δρόμο, πηγαινοερχότανε μέχρι κάτω. Τα πεύκα. Βόλτες. Όλα τα χωριά είχαν βόλτες. Εκεί γινόταν το νυφοπάζαρο.
- Σας πλησίαζαν δηλαδή ...
- (Κα Μαίρη) Τ' αγόρια, ε. Έριχναν ματιές. Δε μπορούσαν να πλησιάσουν. Απαγορευόταν αυστηρώς. Κάποτε ήρθε και ... ερχόταν κι απ' τη Δράμα μια ορχήστρα κι έπαιζε σ' ένα άλλο κεντράκι εκεί πέρα, εγώ μ' αυτή την ξαδέρφη, τη Βούλα, Θεός σχωρέσ' την, ήθελαμε όλο να είμαστε οι πρώτες. Λοιπόν ήρθε μία ... τότε είχε βγεί η σάμπα. Την ξέρετε τη σάμπα;
- Βέβαια.
- (Κα Μαίρη) Κι ήρθαν· έκαναν πολλές φιγούρες εκεί πέρα, στην πίστα. Και σταμάτησε όλη η βόλτα και τσ' χάζευε. Κούλα, λέω, ντα φτα; Ποντιακά. Τι θα κάνουμε, λέω. Πρέπει να τα μάθουμε τα βήματα. Έκαναμε τα βήματα, χόρεψαμε κι εμείς, αλλά δε μαζεύτηκε τόσος κόσμος. Αυτοί Δραμινοί ήταν...
- Οι Δραμινοί ήτανε από...
- (Κα Μαίρη) Η Δράμα είναι κοντά στην Αλιστράτη.
- Ναι, αλλά αυτοί πώς ήρθαν εκεί; Για να ...
- (Κα Μαίρη) Αυτός ερχόταν εκεί. Ορχήστρα ερχόταν κάθε Σαββατοκύριακο και έπαιζε στο χωριό. Και μια φορά πήγαιναν εκεί στα πευ... είχε και πεύκα και πήγαιναν κι έφτιαχναν πρόβες. Αλλά εμείς, επειδή είμασταν της πιάτσας, πήγαμε προς τα κει και χαζεύαμε. Κι όταν άρχισε να λέει (τραγουδιστά) " μανιάνα, μανιάνα, μανιάνα τρελαίνομαι για σένα", αυτό το τραγούδι. Κι εγώ άρχισα να το τραγουδάω. Επειδή ήμαν και ζωηρή. Σας λέω. Στα δέντρα ανέβαινα, παντού. Και μόλις το άκουσαν, "αυτή η μικρούλα", λέει, "καλά τραγουδάει· για έλα εδώ". Ε, πήγα εγώ, με λέει "τραγούδησε". Το τραγούδησα, "Α...", λέει, "εσύ το βράδυ θαρθείς στο κέντρο να τραγουδήσεις". Εγώ τώρα ήμουν και ορφανή. Η μαμά μου και ο μπαμπάς μου είχαν πεθάνει. Και ήμουν υπό την προστασία των θείων μου. Και εν τω μεταξύ και τα ξαδέρφια μου τότε ήταν αυστηρά. Δεν ήταν όπως τώρα, ότι ώρα θέλουν γυρίζουν. Τέλος πάντων, έφτασε η ώρα, πάω να τραγουδήσω τη "μανιάνα". Αρχίζω, μόλις με βλέπει ο ξάδερφός μου...
- Κρυφά είχες φύγει;
- (Κα Μαίρη) Όχι. Αφού τελειώσαμε από κει την πρόβα στο αυτό που ήμασταν, γυρίσαμε στο χωριό. Το βράδυ θα γινόταν...
- Το γλέντι;
- (Κα Μαίρη) Ναι. Χοροεσπερίδες τις λέγανε. Ε, πήγα κι εγώ να τραγουδήσω, όπως τον είχα υποσχεθεί αυτόν· δεν ήξερα τα επακόλουθα. Και πάω που λες κι έρχεται από κει ύστερα ο ξάδερφός μου, με αρπάζει και λέει "Τι θα σε κάνουμε εσένα; Ντιζέζ;" και με τις έβρεξε καλά - καλά...
- Δηλαδή είχες φύγει κρυφά απ' το σπίτι; Και πήγες να τραγουδήσεις;
- (Κα Μαίρη) Καλέ, αφού ήταν... βόλτες φτιάχναμε. Ήταν Κυριακή.
- Και σε είπαν να πας. Και πήγες.
- (Κα Μαίρη) Αυτός με είπε "έλα εκεί το βράδυ να τραγουδήσεις". Αφού σε λέω ήμασταν της πιάτσας εκεί. Και αυτό ήτανε εκεί κοντά. Κοντά ήταν αυτά. Πόντιοι τα είχαν τα μαγαζιά κιόλας. Ε, και ύστερα... με δίνουν ένα σουλτάν μερεμέτ...
- Τελείωσε η καριέρα;
- (Κα Μαίρη) Τελείωσε η καριέρα εκεί.
- Ήθελες ποτέ να τραγουδήσεις έτσι...
- (Κα Μαίρη) Μ' άρεζε. Μ'άρεζε. Και θέατρο έπαιξα, όταν πήγαινα στην Οικοκυρική Σχολή, ήμουν δώδεκα χρονών τότε. Είχα τελειώσει το δημοτικό. Στην αρχή, στο δημοτικό πήγα κατευθείαν Δευτέρα Τάξη. Εμείς είχαμε μαγαζί, πουλούσαμε κι εφημερίδες. Κι ο μπαμπάς μου μ' έβαζε και διάβαζα. Και ήξερα. Τότε, απ' την κατοχή είχαν μείνει μεγάλα κορίτσια και τα περνούσαν. Τρίτη Τάξη, Τετάρτη τάξη, εγώ φυσιολογικά πήγα. Κατευθείαν Τρίτη θα με πήγαινε, αλλά η ξαδέρφη μου, αυτή που σου λέω δεν ήθελε να είμαστε στην ίδια τάξη. " Τι λες; Τρία χρόνια πιο μικρή από μένα και θα είμαστε στην ίδια τάξη;" Μ' έβαλαν Δευτέρα και τελείωσα κανονικά δώδεκα. Ύστερα από κει θα πήγαινα στο Γυμνάσιο. Εκείνη τη χρονιά ακριβώς ο μπαμπάς μου σε αεροπορικό δυστύχημα σκοτώθηκε. Ήταν η μητριά μου άρρωστη στην Αθήνα και πήγε να την φέρει, έγινε καλά, και μαζί με άλλα εικοσιτέσσερα άτομα, αξιωματικοί από το... από την Καβάλα πήραν το αεροπλάνο και πήγαιναν.
- Στρατιωτικό;
- (Κα Μαίρη) Στρατιωτικός δεν ήταν. Ήταν έμπορος.
- Αλλά με στρατιωτικό αεροπλάνο.
- (Κα Μαίρη) Στρατιωτικό. Και τότε έλεγαν όχι έκαναν σαμποτάζ, όχι δεν ξέρω τι, γιατί ήταν... το σαράντα εννιά έγινε αυτό. Ναι, ήταν τα χρόνια ύποπτα. Τέλος πάντων, εν τω μεταξύ σκοτώνεται ο μπαμπάς μου...
- Είχε πεθάνει η μαμά σας;
- (Κα Μαίρη) Όχι δεν πέθανε, άλλους τρεις μήνες έμεινε στο νοσοκομείο, χωρίς να ξέρει. Τώρα πέθανε. Η μάνα μου η κανονική είχε πεθάνει. Τέσσερα χρονών με άφησε. Αυτή ήταν μητριά. Ξαναπαντρεύτηκε ο πατέρας μου. Είχαμε κι έναν γυμνασιάρχη, πολύ καλό, κι έλεγε στον μπαμπά μου, επειδή ήταν έμπορας, στην αγορά είχε μαγαζί, "κ. Παχίδη, την κόρη σου θα... πρώτη μαθήτρια θα είναι, την βλέπω πολύ αυτή". Στο δημοτικό καλή ήμαν κι εκεί. Εν τω μεταξύ σκοτώθηκε ο μπαμπάς μου, όλα τα κορίτσια αυτά, επειδή ήταν και μεγάλα στην ηλικία, δεν μπορούσαν να πάνε στο γυμνάσιο. Δύο κοπέλες ήμασταν που μπορούσαμε να πάμε στο γυμνάσιο. Εγώ μόλις είδα ότι και οι άλλες οι ξαδέρφες μου παν στην Οικοκυρική, ιδρύθηκε μία Οικοκυρική Σχολή τότε...
- Στην Καβάλα;
- Κα Μαίρη) Στην Αλιστράτη. Στην Αλιστράτη αυτά γίνονται. Ε, λέω θα πάω κι εγώ. Η θεία μου εντωμεταξύ ήταν εξορία. Της μάνας μου η αδερφή. Ε, είχε τα φρονήματα τότε. Και μ' έγραφε συνέχεια στο γράμμα. Μη τυχόν και πας Οικοκυρική. Να πας στο Γυμνάσιο. Να πας στο Γυμνάσιο. Εγώ που να την ακούσω, από μακρυά...
- Ήθελε να συνεχίσετε.
- (Κα Μαίρη) Ναι ήθελε να συνεχίσω, γιατί ήμαν έξυπνη. Στα γράμματα ήμουν καλή. Γι' αυτό και τα παιδιά μου όλα σπούδασαν. Τέλος πάντων, από μετριοφροσύνη πώς πάμε;
- Όχι, όχι, αλοίμονο, πρέπει να τα λέμε αυτά.
- (Κα Μαίρη) Και λοιπόν πήγα κι εγώ στην Οικοκυρική Σχολή, είχα μια δασκάλα εκεί, μ' αγαπούσε πολύ, και μάθαμε και ραπτική, μάθαμε το κέντημα...
- Έλεγες για το θέατρο κάτι.
- (Κα Μαίρη) Ναι. Από κει ύστερα ήρθαμε ... στο θέατρο, στο δημοτικό πηγαίναμε ακόμα, όταν μας πήραν στο θέατρο. Ήρθε ένα τάγμα στρατός στην Αλιστράτη. Ε, και τώρα από που θα βρούνε ηθοποιούς, από δω κι από κεί, ας πάρουμε απ' το σχολείο αυτό.
- Θα παίζαν παράσταση δηλαδή;
- (Κα Μαίρη) Παράσταση. Έπαιξαν, και δώρα μ' έκαναν, τι να σε πω. Και λοιπόν με πήραν εκεί πέρα, αν είχα λίγο ύψος, θα ήμουν πρωταγωνίστρια. Όλους τους ρόλους θα τους έπαιζα. Τώρα γελάει η... Μα εγώ όπως τα αισθάνομαι τα λέω.
- Όχι, έτσι. Έτσι πρέπει
- (Κα Μαίρη) Εγώ που λες ήμουν η πρωταγωνίστρια. Σε κωμικό ρόλο.
- Θυμάσαι ποιο έργο ήτανε;
- (Κα Μαίρη) Δε θυμάμαι να σε πω την αλήθεια.
- Λόγια θυμάσαι; Μπορεί λόγια να θυμάσαι, μεμονωνένα.
- (Κα Μαίρη) Μόν' θυμάμαι την ξαδέρφη μου, που έκανε τη μάνα· αυτή ήτανε ψηλή και έκανε τη μάνα, και δε μπορούσε ν' αρθρώσει τη λέξη " ω! μα είστε παντε... παντε.." Παντενέμορφη;
- Πεντάμορφη.
- (Κα Μαίρη) Ναι. "Ω! κόρες μου είστε πεντάμορφες". Δε μπορούσε να το πεί αυτό και ήθελαν να τη βγάλουν απ' το ρόλο. Εγώ θύμωσα. Λέω "γιατί να βγάλετε την ξαδέρφη μου"; Δεν πήγα στη πρόβα. Ήρθαν με το τζιπάκι, με πήραν απ' το σπίτι. Λέει "έλα, θα την πάρουμε, θα την πάρουμε". Κι αυτή δε μπορούσε να το πεί αυτό! Τι ήταν τόσο πράμα. Αλλά... καμιά φορά η γλώσσα μπερδεύεται.
- Και ήρθαν εκεί όλο το χωριό και είδαν το έργο;
- (Κα Μαίρη) Όλο το έργο. Όλο. Κι εγώ συγχαρητήρια πήρα στον κωμικό το ρόλο. Πάρα πολύ. Ύστερα έπαιξε και το γυμνάσιο και ήθελαν να με πάρουν κι εκεί να παίξω. Τα γυμνασιοκόριτσα ζήλεψαν. "'Οχι", λέει, "γιατί να πάρεις αυτήν απ' την Οικοκυρική Σχολή; Εμείς εδώ δεν είμαστε; Δε μπορούμε να παίξουμε το ρόλο που παίζει η...; Και δε με πήραν ύστερ' από κει. Αλλά ήθελαν όλοι να με πάρουν, γιατί είχαν ενθουσιαστεί πολύ απ' αυτό που είχα παίξει εκεί πέρα.
- Σ' εκείνο το έργο είχε τραγούδια, είχε τίποτα; Θυμάσαι;
- (Κα Μαίρη) Δε θυμάμαι, βρε αυτή μου.
- Είχε όμως; Είχε μουσική; Είχε τραγούδια;
- (Κα Μαίρη) Ένα ακορντεόν είχε. Ένα ακορντεόν είχε μόνο.
- Τραγούδησες σ' αυτό το θεατρικό καθόλου;
- (Κα Μαίρη) Άμα σου πω, δε θυμάμαι τίποτα. Καθόλου. Ήταν μια κωμωδία, δεν ξέρω. Ένα κόκκαλο έγλυφα, κάτι έφτιαχνα...
- Και πώς έτσι ο στρατός έκανε θέατρο;
- (Κα Μαίρη) Κι όμως έκανε θέατρο· εγώ, επειδή ήμουν ορφανή, θυμάμαι ένα μπεζ μαντό με αγόρασαν, ένα φόρεμα και παπούτσια. Με τα πήραν δώρο εμένα. Και μάλιστα βγήκε κι ένας υποψήφιος τότε. Και τί ήμαν; Δεκατρία χρονών ήμαν τότε.
- Γαμπρός;
- (Κα Μαίρη) Ναι, βρε. Λέει στον ξάδερφό μου τον Ηρακλή, λέει "αυτήν την ξαδέρφη σου την άρεσα". "Ε," λέει "Μικρή είναι η ξαδέρφη μου. Δεν είναι για σένα ακόμα" "Θα την πάρω", λέει, "στην Αθήνα". Αυτός φαίνεται και για θέατρο τίποτα θα ήθελε...
- Το γεγονός ότι εσύ ήσουνα... γιατί μου είπες ότι η θεία σου ήταν στην εξορία
- (Κα Μαίρη) Ναι, ναι. Με τη γιαγιά μου έμενα εγώ.
- Και αυτός ήταν στρατός. Δεν εμπόδισε καθόλου αυτό.
- (Κα Μαίρη) Όχι, καλέ, ο στρατός, η χωροφυλακή τα είχε με τους κομμουνιστές
- Από κείνη την εποχή κανένα τραγούδι που τραγουδούσες όταν ήσουνα μόνη, όταν ήσουνα με παρέα...
- (Κα Μαίρη) Ναι πήγαινα στην αρχή στο αμπέλι μας. Έμπαινα στο αμπέλι, κάθουμαν στην πέτρα, απέναντι ήταν τα πεύκα με το δρόμο που περνούσε, αυτό άρχισε να γι ... "θα πάω και θα τραγουδήσω", αυτό ύστερα στο χωριό το είπα. Ποιο τραγούδι έλεγα ρε;
- Όταν ανέβαινες εκεί, ε;
- (Κα Μαίρη) Ναι, όταν πήγαινα εκεί, έβλεπα...
- Θυμάσαι καθόλου; Θ' ανέβω και θα τραγουδήσω στο πιο ψηλότερο βουνο
- (Κα Μαίρη) Αυτό. "Θ' ανέβω και θα τραγουδήσω στο πιο ψηλότερο βουνό, ν' ακούγεται στην ερημιά ο πόνος μου με την πενιά." Ως τώρα το λέω αυτό.
- Σ' αρέσει αυτό, ε;
- (Κα Μαίρη) Μ' αρέσει, γιατί έτσι λίγο με θυμίζει την ταλαιπωρία μου. Είχα και τον άνδρα μου δέκα χρόνια άρρωστο. Γι' αυτό σας λέω. Είμαι λίγο ταλαιπωρημένη. Και ορφανή μικρή έμεινα...


- Εκείνα τα χρόνια, τα παιδικά σου χρόνια, της ορφάνιας, πώς τα βίωσες;
- (Κα Μαίρη) Τα βίωσα πολύ άσχημα. Λοιπόν. Η γιαγιά μου,τα παιδιά της ήταν αριστεροί· ήταν εξορία. Ο ένας φυλακή, η άλλη εξορία. Εγώ μεγάλωνα με τη γιαγιά. Αφού ο μπαμπάς μου σκοτώθηκε, η μητριά μου έφυγε, πήγε στην Κωνσταντινούπολη· είχε παππού αυτή, απ' του μπαμπά της μεριά, την πήρε εκεί μαζί με τον αδερφό μου. Κι εγώ έμεινα στην Αλιστράτη με τη γιαγιά μου. Οι δυο μας. Μας τυραννούσαν πολύ αυτοί. Έπαιρναν το μουλάρι, τό 'δεναν εκεί στην αστυνομία...
- Ποιος;
- (Κα Μαίρη) Η αστυνομία, η αστυνομία.
- Επειδή ήταν αριστεροί;
- (Κα Μαίρη) Ναι, επειδή ήταν αριστεροί. Εγώ τι ήξερα; Με κάλεσαν και μένα στην αστυνομία. Λέει "σε κάνει", πώς με είπε;
- Προπαγάνδα;
- (Κα Μαίρη) "Σε κάνει προπαγάνδα η θεία σου"· " Τι θα πει αυτό", λέω εγώ, "ούτε ξέρω". Καρτέλες μας έστελναν από την εξορία, τα γράμματα ανοιχτά ερχόταν με καρτέλες, πήγαιναν και τα διάβαζαν κι αυτοί. Να δουν αν με κάνει θεωρία. "Θεωρία σε κάνει η θεία σου"; ΄Ελεγα "τι θεωρία βρε; Δεν ξέρω τι θα πεί η λέξη" τους έλεγα. Ενώ το ήξερα, αλλά έφτιανα κι εγώ οτι δεν ξέρω. Ε, μια τυράννια τραβήξαμε μ' εκείνοι· ύστερα, όταν πήγαινα στο σχολείο, μια φορά πήγα να πω ένα ποίμα. Επειδή και τα ποιήματα τα 'λεγα καλά, μ' έβαζαν πάντα ποίμα. Και ήξεραν και τον πατέρα μου, που είχε το μαγαζί από κάτω. Λίγο από οίκτο, δεν ξέρω, λίγο απ' αυτό, αλλά ήμαν κι ένα όμορφο κοριτσάκι, ήσυχο, δεν έφτιανα τρέλες. Τον κόσμο τον σέβομαν. Μπορεί τον εαυτό μου ν' ανέβαινα στα δένδρα και σ' αυτά και... είπα το ποίημα που λέτε παιδιά στο σχολείο και, όταν γύριζα στο σπίτι να πάω, πιάστηκε όλη η μεριά μου. Δεν μπορούσα να μιλήσω. Με μάτιαξαν, τι έγινε, δεν ξέρω. Αυτό το θυμάμαι σαν τώρα. Η θεία μου, η Σοφία, με ξεμάτιασε, τέλος πάντων πέρασε κι αυτό, αλλά εκείνο που με πονούσε πολύ ήταν, όταν όλα τα παιδάκια τα έπαιρναν οι γονείς απ' το χεράκι και πήγαιναν και ξέρω γω τι και γω δεν είχα.
- Άρα το τραγούδι και ο χορός ήταν για να ξεσπάς;
- (Κα Μαίρη) Ε, βέβαια. Αυτά ήτανε... αντί να κλαίω τραγουδούσα.

- Κι έτσι γι' αυτό και στα πανηγύρια και στα...
- (Κα Μαίρη) Στα πανηγύρια πουλούσαμε και πράματα εμείς. Δεν πηγαίναμε μόνο για αναψυχή. Είχαμε παιχνίδια και πουλούσαμε. Ε, έχω κοιμηθεί στο δρόμο εγώ! Από μηδενική βάση ξεκινήσαμε κορίτσι μου. Κι εγώ κι ο άντρας μου. Εννιά αδέρφια ήταν ο άντρας μου. Τον είχα και δέκα χρόνια άρρωστο... Αλλά ο Θεός δε μ' άφησε. ΄Εχω καλά γεράματα. Δοξάζω το Θεό ... Καλά παιδιά και καλά γεράματα.
- Τον άντρα σου πού τον γνώρισες;
- (Κα Μαίρη) Τον άντρα μου τον γνώρισα (γέλιο) ... Να σε πω και για τον άντρα μου. Στην Αλιστράτη που ήμασταν είχα δυο ξαδέρφες εγώ· παντρεύτηκαν στη Θεσσαλονίκη. Αυτός ήταν βοηθός σε λεωφορείο. Και μια μέρα κατέβηκαμε με την ξαδέρφη μου, αυτήν την Κούλα που εφτιανάμε παρέα, στη Δράμα να πάρουμε παπούτσια. Πήραμε παπούτσια, αυτή τον μιλάει αυτόν. "Τι τον μιλάς αυτόν, μωρέ" την έλεγα. "Άντ' μην τον μιλάς".
- Πόσο χρονών ήσασταν;
- (Κα Μαίρη) Δεκατέσσερα θα ήμουν. Λέει "Άστον αυτόν· μας εξυπηρετάει. Πηγαίνει τα καλάθια στην αδερφή μου. Τον έδινε ένα τάληρο, έφερνε τα καλάθια απ' το χωριό. Έτσι γινόταν τότε. Ε, τέλος πάντων, ήρθε μια μέρα στο χωριό αυτός, μόλις μ' είδε εκεί πέρα, φαίνεται μ' άρεσε. Εγώ εν τω μεταξύ να τα παιδιά από πίσω. Εγώ δεν έδινα σημασία σε κανέναν. Ε, όλοι τώρα φλερτάκια και αυτά. Και τι ηλικία είχαμε για ν΄αγαπήσουμε; Καταλαβαίνεις. Παιδικά πράματα. Όχι. Το φλερτάκι μας άρεζε. Τέλος πάντων, που λες, έρχεται μια Κυριακή αυτός μαζί με άλλους φίλους. Ερχόταν με λεωφορείο. Απ' τη Δράμα. Ερχόταν αυτοί και τραγουδούσαν στην Αλιστράτη. Έφτιανάμε πολλά γλέντια εμείς. Είχαμε ... έφτιαναν ... πώς τις λένε αυτές, τις εσπερίδες.
- Χοροεσπερίδες
-(Κα Μαίρη) Χοροεσπερίδες. Είχε και τη μουσική της Αλιστράτης κι ερχότανε. Εγώ... ένα πράσινο φόρεμα και κάτι μπότες μέχρι εδώ μεσ' στη λάσπη, εγώ βόλτες έφτιαχνα. Αληταρία. Λοιπόν. Έλεγα " θα μ'αρέσουν, δε θα μ' αρέσουν". Πρόσωπο είχα ωραίο. Μάτια, τα μάτια μου ήταν τότε... Τώρα τα βλέπω και λέω μετά "μάτια ειν' αυτά;" Λοιπόν. Η ξαδέρφη μου, ο πατέρας της τον πήρε αυτόν και η μάνα της, πήγαν όλοι μαζί, κάθισαν και τη λέει αυτός "η ξαδέρφη σου που είναι" λέει; Λέει "βόλτα κάνει". "Πες την να ρθει εδώ". Ε, ύστερα ήρθε η Κούλα, με λέει, "'έλα λίγο ξαδέρφη" λέει. "΄Ερτεν εκείνος" εμείς ποντιακά μιλάμε.
- Ναι, ποντιακά πέστα.
- (Κα Μαίρη) "Έρτεν εκείνος ασ' ση Δράμα, έλα" λέει, "πάμε" λέει "στης Ελπίδας το μαγαζί να φάμε". Να φάμε, να πιούμε, τελοσπάντων, ταβέρνα ήταν. Ε, πήγα κι εγώ, που λες, ως εδώ σας λέω με τις λάσπες οι μπότες οι λαστιχένιες, του καιρού εκείνου· πήγαμε εκειπέρα, καθήσαμε, με κοιτάζει, τον κοιτάζω, με κοιτάζει, τον κοιτάζω, ύστερα με λέει "χορεύουμε;" "χορεύουμε".
- Ποιο χορό χορέψατε;
- (Κα Μαίρη) Ταγκό.
- Ποιο τραγούδι; Θυμάσαι;
- (Κα Μαίρη) Αμάν. Ταγκό ήταν πάντως...
- Αλλά ήξερες όμως να χορεύεις ταγκό.
- (Κα Μαίρη) Αφού σε λέω από μικρό παιδί μεσ΄τους
χορούς ήμασταν. Το σπίτι μας ήταν εκεί και του θείου η ταβέρνα εκειπέρα, αυτή που σε λέω.
- Σ' έσφιγγε;
- (Κα Μαίρη) Μ' έσφιξε το χέρι μου, με τό 'σφιξε πολύ, λέει...
- Με τις λάσπες εσύ χόρευες;
- (Κα Μαίρη) Εγώ χόρευα, σοβαρά σου λέω, με τις λάσπες. Αλλά ένα πράσινο φόρεμα φορούσα, πολύ με πήγαινε κείνο. Είχα και τα μάτια πράσινα τότε. Τώρα άλλαξαν χρώμα. Λοιπόν, λέει "δέν έχεις γονείς;" "δέν έχω" "Ε, δεν πειράζει" λέει. Α, πώς θύμωσα που με είπε έτσι, δεν πειράζει που δεν έχω γονείς."Τι βλακεία" λέω. Έτσι με είπε. "Δεν πειράζει". Ύστερα από κει, πήγε ήρθε, πήγε ήρθε, έγινε η δουλειά.
- Σ΄άρεζε όμως. Σ' άρεζε και σένα.
- (Κα Μαίρη) Μ' άρεζε. Άσπρος, αφράτος
- Σε τραγουδούσε κανένα τραγούδι;
- (Κα Μαίρη) (φέρνει φωτογραφίες) Νάτος. Δέστε εδωπέρα πώς ήμασταν κι οι δυο. Τα νιάτα μας.
- Απ' την Ιωάννα αν κρίνω και από την κόρη είναι...Αααα!
- (Κα Μαίρη) Να κι εδώ.
- Καλέ, κοίταξε πως μοιάζει την Ιωάννα! Αμάν, καλέ, ωραίο παλικάρι ήτανε.
- (Κα Μαίρη) Ωραίος, ψηλός. Αφού ο αδερφός μου έτσι με είπε μια φορά. "Πώς σε πήρε τόσο κοντή" με λέει.
- Κι εσύ, τι κούκλα!
- (Κα Μαίρη) Εγώ διαμαντόπετρα ήμαν
- Σταρ!
- Ναι! Ζευγάρι κινηματογραφικό είστε.
- Τέλειοι. Μπράβο.Πές μου κανένα τραγούδι που σε τραγουδούσε. Που λέγατε μαζί, που σε τραγουδούσε και τα λοιπά.
-(Κα Μαίρη) Τώρα ποιο τραγούδι μας έλεγε. Έλεγε ένα τραγούδι. Όταν πήγαιναμε εκεί, στην ταβέρνα, έλεγε τραγούδια. Αχ, μωρέ, τα τραγούδια του δεν τα θυμάμαι τώρα.
- Τραγουδούσε όμως; Του άρεσε το τραγούδι, ε;
- (Κα Μαίρη) Δεν τραγουδούσε ωραία.
- (γέλια) Αλλά για σένα τραγουδούσε.
- (Κα Μαίρη) Ε, τραγουδούσε. Όταν ήθελε... τραγουδούσε. Δε θυμάμαι τώρα ποιο. Τα πράσινα μάτια, μωρέ (το τραγουδάει). Αυτό το τραγούδι με τραγουδούσε πάντα. Δεν τραγουδούσε ...
- Ναι, όταν ήθελε. Και ήσουν δεκαέξι χρονών, πόσο είπες, δεκαπέντε;
- (Κα Μαίρη) Δεκαέξι χρονών λογοδοθήκαμε. Δεκαεφτά παντρευτήκαμε, δεκαοκτώ γεννήσαμε. Το γιο μου.

- Θυμάσαι, κα Μαίρη, κάποιο τραγούδι, κάποια μουσική που μετά στη ζωή σας έπαιξαν κάποιο ρόλο; Δηλαδή που να σε θυμίζει καταστάσεις, όπως όταν ήρθατε στη Θεσσαλονίκη από το χωριό. Ήρθατε κάποια στιγμή εδώ. Δεν είναι έτσι;
- (Κα Μαίρη) Ε, βέβαια. ΄Ηρθαμε. Ήρθαμε στα Κερδύλλια, πρώτα καθήσαμε.
- Παντρευτήκατε και ήρθατε εδώ;
- (Κα Μαίρη) Παντρεμένοι ήμασταν στο χωριό. Απ΄το χωριό δε σας είπα που πήγα εκεί. Ε, παντρεύτηκα, ένας θείος μου στο κάρο φόρτωσε μια κάσα, μπαούλο...
- Προίκες.
- (Κα Μαίρη) Κόντρα πλακέ ήτανε. Και η θεία μου ήρθε απ΄τη Δράμα, το πήρανε τότε, αυτή που ήτανε στην εξορία. Και λέει "αχ, σε πήραμε ένα μπαούλο, να το δεις!" Και τι ήταν, κόντρα πλακέ ήταν, παιδιά. Αλλά για κείνη την εποχή ήτανε...
- Πολυτέλεια.
- (Κα Μαίρη) Ε, μ' έδωσε κι ένα πάπλωμα η γιαγιά μου μ' εκατό μπαλώματα πάνω...
- Αυτό ήτανε η προίκα;
- (Κα Μαίρη) Η προίκα, καλέ, η προίκα. Ορφανή ήμαν κι εγώ. Μεγάλωσα ορφανή και η γιαγιά μου ξόδεψε τό 'να, τ' άλλο, πρόσφυγες κιόλας ήρθαν. Και δεν είχαν για τον εαυτό τους. Λοιπόν, και τα φέρνει τα πράματα αυτά εκεί, με τα πεθερικά μου· ήμασταν τέσσερεις συνυφάδες μαζί. Πεθερός - πεθερά...
- Στο ίδιο σπίτι;
-(Κα Μαίρη) Στο ίδιο σπίτι. Μια του πεθερού μου αδερφή, ανύπαντρη, κουτσή, εκείνη έφτιαχνε το κουμάντο όλο, και (αναστεναγμός) όλοι μαζί από ένα σαχάνι τρώγαμε. Μέσα απ' το ταψί. Μαντί το λέγαμε. Το μαντί, όταν έπεφταν τα κουτάλια, αυτοί εννιά αδέρφια ήταν...
- Τίποτα για σένα.
- (Κα Μαίρη) (γέλιο) Χαμός γινόταν. Κι έλεγα τη συνυφάδα μου "μην βάζεις τα κουτάλια πρώτα, μαρ', να προλάβουμε". Η μια η συνυφάδα μου ήταν πονηρή. Έλεγε "εγώ δε θέλω σκόρδο". Και τό 'βαζε χώρια το δικό της. Στο πιάτο.
- (γέλια) Για να προλάβει να φάει.
-(Κα Μαίρη) Ναι, ναι. Και κείνη που λες έτρωγε, για μας έμεναν τα ζουμιά.
Αυτά κι εκεί· εκεί ταλαιπωρήθηκα λίγο με τα μικρά παιδιά, ο άνδρας μου δούλευε στο μεταλείο, αλλά δε στερήθηκα έτσι από φαγητά κι απ' αυτά, είχαμε και ζώα, έφτιαχνα κτηνοτροφία. Εγώ την αγελάδα την έβλεπα κι έφευγα, κι εκεί είχαμε ένα... αυτό. Πώς το λένε;
- Στάβλο;
- (Κα Μαίρη) Ένα στάβλο γεμάτο μοσχάρια. Κι έβγαινα κάτω και τραγουδούσα. "Αχ, Θε μου" έλεγα "πόσο θα κρατήσει αυτή η δουλειά". Σκούπιζα τις κοπριές και... Ύστερα μ' αξίωσε ο Θεός, έφυγα από κει, ήρθαμε στα Κερδύλλια. Στα Κερδύλλια ανοίξαμε μαγαζί. Ο άνδρας μου δούλευε ακόμα τότε στο μεταλείο της Δράμας. Και ύστερα ήρθε κι εκείνος στα Κερδύλλια, και επειδή ήταν τόσο τίμιος, κουβαλούσε τα ψάρια και τα 'φερνε εδώ· τον είχε πάρει σαν υπάλληλο πρώτα ένας ψαράς εκειπέρα, ένας ιχθυέμπορας. Και μετά, επειδή ήταν τόσο τίμιος ο άντρας μου και τον έφερνε πάντα - όλοι τον έτρωγαν- τον έκανε συνέταιρο. Και μετά, αφού τον έκανε συνέταιρο, ας πούμε, πρόκοψαν πάρα πολύ, κι εγώ απ' τις εφτά η ώρα το πρωί στο μαγαζί μέχρι τις εννιά. Ερχόταν ύστερα κι αυτός το καλοκαίρι κι έπρεπε να... εκεί φύλαγα.
- Στο μαγαζί τι πουλούσατε;
-(Κα Μαίρη) Και τι δεν πουλούσα.
- Πολυκατάστημα για την εποχή.
- (Κα Μαίρη) Για την εποχή πολυκατάστημα.
- Έτσι, τότε άκουγες μουσική; Άκουγες εκείνα τα χρόνια...
- (Κα Μαίρη) Πάντα ακούω μουσική, βρε παιδί μου, αλλά δεν τα θυμάμαι. Εγώ μεσ' στη μουσική γεννήθηκα.
- Δηλαδή εκείνη την εποχή στα δύσκολα πάλι άκουγες μουσική.
- (Κα Μαίρη) Πάντα, πάντα.
- Και χόρευες έτσι πάλι και τραγουδούσες...
-(Κα Μαίρη) Μια ζωή έτσι είμαι, χαρούμενη και τραγουδάω κιόλας και κλαίω και όταν τραγουδάω μερικά τραγούδια, αλλά τα ξεχνάω τα τραγούδια. Αυτό είναι το κακό. Ναι.
- (η κόρη της κυρίας Μαιρης) Πες για τις απόκριες που πηγαίνατε στις χοροεσπερίδες.
- (Κα Μαίρη) Α, ναι στα Κερδύλλια που είμασταν και για γλέντι που πηγαίναμε με τον άνδρα μου, τόσο μεγάλο αγώνα είχαμε και έξοδα, τρία παιδιά και νοίκια, σπίτια, νοίκια μαγαζί, ξέρω γω, παίρναμε και τα κομφετί μας και τ' αυτά μας και τα πουλούσαμε εκειπέρα. Κατάλαβες; Και έρχονταν της βραδυάς. Πενία τέχνας κατεργάζεται (γέλιο). Ακριβώς αυτό.
- Κάτι έτσι άλλο, κάποια στιγμή άλλη στη ζωή σου που σε συνδέει με κάποιο τραγούδι, με κάποια μουσική, κάτι που θέλεις έτσι να μας πείς, που θέλεις να εκφράσεις, όπως πώς ζούσες δηλαδή...
- (η κόρη της κυρίας Μαιρης) Το τραγούδι για τον αετό πες. Τώρα στα κατοπινά χρόνια.
- (Κα Μαίρη) Και ο αετός ... είμαι αετός χωρίς φτερά
- (η κόρη της κυρίας Μαιρης) Του Χατζιδάκη.
- (Κα Μαίρη) Ναι αυτό το τραγούδι...
- Αυτό σ' αρέσει;
- (Κα Μαίρη) Ναι, το έβαζε ο άντρας μου και τώρα που πήγαινα στο ΚΑΠΙ εγώ τον τελευταίο καιρό, έδινα στην ορχήστρα τάληρο και μου το τραγουδούσαν.
- Γιατί σ' αρέσει;
- (Κα Μαίρη) Γιατί ήταν τραγούδι του άντρα μου. Και έλεγα κιόλας "είμαι αετός χωρίς φτερά", "έχω φτερά" πάλι έλεγα μόνη μου, ας πούμε.
- Αυτός το τραγουδούσε αυτό το τραγούδι δηλαδή;
- (Κα Μαίρη) Ναι. Όπου πήγαιναμε, έπρεπε να το βάλει ο άντρας μου αυτό το τραγούδι. Ήταν το σήμα κατατεθέν.
- (η κόρη της κυρίας Μαιρης) Είχε πάθει εγκεφαλικό ο μπαμπάς μου και ύστερα κάπως...
- Το ξέχασε.
- (η κόρη της κυρίας Μαιρης) Όχι, δεν το ξέχασε, σαν να είχε και τη σημασία του το τραγούδι...
- Αααα!
- (η κόρη της κυρίας Μαιρης) Κάπως το είχαμε συνδυάσει.
- Κάτι έτσι που, κάποια μουσική, κάποιο τραγούδι που σε θυμίζει κάτι, που σε πονάει, που σε κάνει να χαίρεσαι περισσότερο. Όπως είπες τώρα θυμάσαι τον άντρα σου μέσα απ' το "είμ' αητός χωρίς φτερά". Κάποιο άλλο τραγούδι...

- (Κα Μαίρη) Ε, θυμάμαι και στο Γρανίτη όταν ήμασταν έπαιρνα τα τρία τα παιδάκια μου και πήγαιναμε εκεί στην πλαγιά καθόμασταν, το βουνό καταπράσινο, έπαιρνα τυρί, μόνοι μας, με ντομάτα απ' το μπαχτσέ μας και τραγουδούσα πάλι αυτό το τραγούδι . "Θα πάω και θα τραγουδήσω στο πιο ψηλότερο βουνό". Ε, αυτό. Αυτό το τραγούδι...
- Το δικό σου τραγούδι.
- (Κα Μαίρη) Ναι, ναι, ναι. Αυτό που λες. Εκεί, όταν πήγαινα, γιατί εγώ ξαφνικά απ' την Αλιστράτη, το μεγάλο χωριό, πήγα στο μικρό χωριό και έτσι, σε μεγάλη οικογένεια, όπως με είχε η γιαγιά μ' εμένα, ήθελα ένα αυγό να φάω, ήθελα μια πατατούλα, αυτά που υπήρχαν στο σπίτι, όχι ότι..., έβγαινα απ' το μπαχτσέ μάζευα δυο σαλιγκάρια, δυο λάπατα, έφτιανα μάνι - μάνι ένα φαγάκι, κρομμύδι με... με αυγά...
- Ναι, ναι, ναι. Όταν ήσασταν στην πεθερά, όλοι μαζί, εκεί είχε ρόλο η μουσική και ο χορός; Όλη αυτή η οικογένεια...
- (Κα Μαίρη) Η οικογένεια αυτή στους γάμους μόνο χόρευαν τους καρσιλαμάδες και τα τσιφτετέλια.
- Οι γυναίκες χόρευαν καρσιλαμάδες και τσιφτετέλια;
- (Κα Μαίρη) Όλα, όλα.
- Δηλαδή δε σ' εμπόδιζαν.
- (Κα Μαίρη) Όχι. Και τα ντέφια χτυπούσαν και χόρευαν. Στους γάμους μόνο, όχι αλλιώς. Και τα κουτάλια αυτά είναι...
- Τα κουτάλια αυτά είναι μικρασιάτικα.
- (Κα Μαίρη) Ναι, ναι, ναι.
- Έχεις κανένα τραγούδι που σ' αρέσει και όταν τ' ακούς θες να χορέψεις και να τραγουδήσεις;
- (Κα Μαίρη) Υπάρχει τραγούδι που δεν ξεσηκώνομαι; (γέλιο) Όλα μ' ενθουσιάζουν εμένα.
- Τα οποία τι είναι; Νά 'ναι, ας πούμε, δημοτικά, είναι...
- (Κα Μαίρη) Τ' αγαπάω όλα τα τραγούδια. Όλα. Και ποντιακά χορεύω...
- Απέ βγα ποντιακό, έτσι για να το δώσουμε τώρα.
- (Κα Μαίρη) Τη λειμόνα να πούμε;
- Τη λειμόνα να πούμε.
- (Κα Μαίρη) "Αχ, λειμόνα μ', αχ, λειμόνα, ντο τα φτάμεν το χειμώνα". Σάμπως παρακάτω το θυμάμαι; Δε θυμάμαι, βρε, τα τραγούδια δεν τα θυμάμαι.
- Αλλά σ' αρέσει, μόλις ακούσεις τους στίχους...
- (Κα Μαίρη) Μ' αρέσει. Μ' αρέσει. Όταν τ' ακούσω, τα θυμάμαι κιόλας. Τώρα μη κοιτάς, είμαι και ογδόντα ένα χρονώ, μη νομίζεις είμαι μικρή. Και λίγο άρχισα και...
- (η κόρη της κυρίας Μαίρης) Στις οικογενειακές συγκεντρώσεις πρώτη η γιαγιά σηκώνει τις εγγονές. Η γιαγιά παρακινεί τις εγγονές να χορέψουν.
- Τώρα εμένα μου κάνει εντύπωση πώς, ας πούμε, μια γυναίκα που είσαι φτωχιά και αγωνιστήκατε πολύ σκληρά με τον άνδρα σου, πώς όλα τα παιδιά σας τα μορφώσατε και τα κάνατε να...
- (Κα Μαίρη) Ε, γιατί εφκιανάμε τον αγώνα αυτό. Είχαν κι αυτά θέληση κι εμείς... Κοίταξε. Έγώ στερήθηκα αδέρφια, στερήθηκα γονείς, όλη η θυσία στα παιδιά μου έγινε. Και τώρα για τα παιδιά μου ζω. Και γι' αυτό είμαι και... , δόξα τω Θεω, είναι όλοι τους καλά...
- Δηλαδή δεν είπατε να πας να δουλέψεις, τέλειωσες το σχολείο και να πας να δουλέψεις...
- (Κα Μαίρη) Δούλευαν. Στο μαγαζί ερχόταν, βοηθούσαν. Πως. Δεν μπορώ να πω. Και η Λίλη έχουν μια σειρά κι αυτοί, μαγειρεύει και κάνει, εδώ τους είχα μόνους στην αρχή, ώσπου να πάρουν το σπίτι, ν' αγοράσουν. Αν δεν πάρουν σπίτι, μαγαζί, είπα, δε θα πάρουν στη Σαλονίκη. Ύστερα τα πήραν εκείνα, μ' αξίωσε ο Θεός, τα σπούδασα κιόλας, παντρεύτηκαν...
- Στη Θεσσαλονίκη ήρθατε πότε;
- (Κα Μαίρη) Το '72.
- Και εδώ τι κάνατε όταν ήρθατε στη Θεσσαλονίκη.
- (Κα Μαίρη) Εδώ, όπως είχα το μαγαζί στα Κερδύλλια, το μετέφερα εδώ. Και ο άνδρας μου δίπλα άνοιξε ψαράδικο και είχαμε το μαγαζί. Αλλά αυτά δε μας έφταναν εμάς. Το καλοκαίρι πηγαίναμε στα πανηγύρια. Εκεί τα οικονομούσαμε.
- Και πουλούσατε τα πρα...
- (Κα Μαίρη) Παιχνίδια. Ναι. Ναι.
- Στα πανηγύρια και τώρα. ΄Οταν ήρθατε στη Θεσσαλονίκη ξαναπηγαίνατε δηλαδή. Συνεχίσατε.
- (Κα Μαίρη) Θεσσαλονίκη όταν ήμασταν βέβαια πηγαίναμε, μέχρι που αρρώστησε. Ως το '80.
- Εσύ έλεγες ότι ο άνδρας σου σε τραγουδούσε το "δυο πράσινα μάτια". Εσύ τι του τραγουδούσες;
- (Κα Μαίρη) Κάτι του τραγουδούσα κι εγώ, αλλά δεν το θυμάμαι.
- Τι ήταν αυτό που του αφιέρωνες;
- (Κα Μαίρη) Τον έλεγα κι εγώ ένα τραγούδι. Δεν θυμάμαι. Με τα τραγούδια δεν τα πάω καλά, αγάπη μου.
- Δεν πειράζει. Δεν πειράζει.
- (Κα Μαίρη) Δεν το θυμάμαι. Τώρα, άμα το ξεκινήσει κάποιος, θα το ακολουθήσω, αλλά...
- Είναι κάτι που όταν το ακούς κλαις; Κάποιο τραγούδι;
- (Κα Μαίρη)Υπάρχουν τραγούδια που κλαίω.
- Θυμάσαι έτσι κανένα απ' αυτά;
- (η κόρη της κυρίας Μαιρης) Ακόμα κι αν δεν είναι βιωματικό. Ας πούμε "η μάνα είν' κρύο νερό" το ποντιακό, μπορεί να το ακούσει και να κλάψει.
- Αυτό ακριβώς. Όταν ακούς κλαις.
- (Κα Μαίρη) Ναι. Ναι. Έχω ευαισθησία. Και είναι και μερικά που έτσι με δίνουν χαρά, αλλά τα πιο πολλά με συγκινούνε εμένα.

- Είναι κανένα που δε θες να τ' ακούς; Που σε πονάει τόσο πολύ ή που είσαι ... που σου θυμίζει κάτι και δε θέλεις να τ' ακούσεις;
- (Κα Μαίρη) Δε νομίζω.
- Όλα τ' άκουγες, όποια και νά 'ταν.
- (Κα Μαίρη) Τ' άκουγα, τ' άκουγα, γιατί, σε λέω, από μικρό κοριτσάκι μέσ' στα τραγούδια μεγάλωσα. Ώρε, κάτι λαϊκά έβαζε η Ζαχαρούλα εκεί. Ένα δε θυμάμαι τώρα. Όλα τα ήξερα απ' έξω.
- Είναι έτσι, όπως κατάλαβα, εσένα η μουσική ήταν από τότε που ήσουνα παιδάκι, γιατί είχατε και τη λατέρνα και τα λοιπά. Κανένα τραγούδι από κείνα της λατέρνας θυμάσαι; Γιατί εκεί ήτανε με... κουρδίζατε, ας πούμε.
- Άστα τα μαλλάκια σου;
- (Κα Μαίρη) Άστα τα μαλλάκια σου το είχε. Άλλο τι είχε; Αν ήξερα ότι θα ρωτούσατε γι' αυτά θα ρωτούσα τη Ζαχαρούλα. Ότι κατέβασα· έπρεπε να θυμάμαι. Αλλά δε θυμάμαι. Τι κασαπιές γρήγορες χορεύαμε, τι αυτά! Δεν έρχονται στο μυαλό μου.
- Δεν πειράζει.
- (Κα Μαίρη) Να με συγχωρέσετε.
- Δεν πειράζει.
- Τότε που πήγες εκεί μ' αυτούς για να τραγουδήσεις. Ποιο είχες τραγουδήσει;
- (Κα Μαίρη) Είχα τραγουδήσει "μανιάνα" (τραγουδάει) "μανιάνα, μανιάνα, μανιάνα τρελαίνομαι για σέ, μετάξι δε φορεί ποτέ, γιατί 'ναι ακριβό" το λέω αυτό στην Ιωάννα "και κάνει το τσιτάκι της τον κόσμο παλαβό, μανιάνα" μανιάνα αυτό. Άντε τυχερές είστε, μ' έπεσε η πίεση.
- (η κόρη της κυρίας Μαιρης) Τη Ριρίκα πότε την τραγουδούσατε. Τη Ριρίκα δε μας είπες. Τη Ριρίκα πού τη λέγατε.
- (Κα Μαίρη) Η Ριρίκα σ'αυτό ήταν λες;
- (η κόρη της κυρίας Μαίρης) Δεν Ξέρω. Ακούω για μια Ριρίκα.
- Η Ριρίκα τι ήταν; Τραγούδι είναι η Ριρίκα;
- (Κα Μαίρη) Κι αυτό τραγούδι είναι. Ναι, σ' αυτό το ρυθμό, έτσι. Τότε αυτά ήτανε.
- Μια δύσκολη στιγμή, έτσι, που είχες στη ζωή σου και ...
- (Κα Μαίρη) Η πιο δύσκολη στιγμή μου ήταν όταν σκοτώθηκε ο μπαμπάς μου, χωρίς να το ξέρω, ήμουνα στο σπίτι εγώ, ήρθε ένας ξάδερφός, κοιμήθηκε μαζί μου, για να με κάνει παρέα, γιατί ήμουνα μικρή, και βλέπω στον ύπνο μου δυο φίδια στην πλάτη μου. Το ένα με τσίμπησε και τ' άλλο δε με τσίμπησε. Σηκώθηκα το πρωί, ε, τότε ήμουν δεκατρία χρονών. Πάω στο μαγαζί, ανοίγω το μαγαζί, παίρνω το καθρεφτάκι και χτενίζομαι. Ταιριάζω. Περνάει ένας κύριος, ε μμμμ, κάτι είπε, πέρασε. Αυτοί το είχαν ακούσει εφτά η ώρα στο ραδιόφωνο ότι σκοτώθηκε ο Λάζαρος, γιατί ήταν και της πιάτσας άνθρωπος και τότε και με το αεροπλάνο μετρημένοι άνθρωποι ταξίδευαν. Τέλος πάντων έρχεται μια άλλη θεία, μ' αγκαλιάζει και κλαίει κιαυτή· λέω "γιατί θεία κλαις;" "Γιατί" λέει "ο αδερφός μου, τον πήραν οι αντάρτες". Ψέμματα κι αυτό. Ε, ύστερα στο τέλος ήρθε μια ξαδέρφη μου, αυτή που κάναμε παρεά, με τα κλάμματα κι αυτή, "άντε κλείσε το μαγαζί" λέει "θα φύγουμε". Λέω "γιατί κλαίτε, μαρή; Όλοι κλαίτε". Ύστερα με είπε "ο μπαμπάς σου σκοτώθηκε" τότε ήταν δηλαδή η χαριστική βολή, γιατί είχα έναν πατέρα πολύ έξυπνο και αν ζούσε εκείνος, τους λέω καμια φορά, εγώ μεγάλος επιστήμονας θα ήμουνα, αν ζούσε ο μπαμπάς μου. Ναι, το λέω και γελάνε οι ... Ξέρεις τι; Όχι τίποτα άλλο, παίρνει πολλές στροφές το μυαλό μου. Τώρα γέρασα. Μη με κοιτάτε έτσι που είμαι, αλλά... σας μιλάω ανοιχτά και χωρίς περηφάνιες.
- Είχες όνειρα, είχες όνειρα.
- (Κα Μαίρη) Όνειρα είχα, αλλά... ο πατέρας μου να δεις τι όνειρα είχε για μένα.
- Σου έλεγε; Τι ήθελε να κάνεις;
- (Κα Μαίρη) Ε... Και ξέχασα να σας πω και στις καλόγριες εδώ στο Φράγκων που ήταν. Εκεί πέρα, όταν σκοτώθηκε ο μπαμπάς μου, μας έδωσαν και μια αποζημίωση. Ήταν εικοσιπέντε χιλιάρικα. Πολλά λεφτά για την εποχή εκείνη. Ξέρετε τι ήταν το '50 εικοσιπέντε χιλιάρικα; Στην Εγνατία έπαιρνες οικόπεδο. Τέλος πάντων, τα πήραμε, ε, τι να το κάνουμε το κορίτσι, είχα έναν θείο εδώ, δικηγόρος ήτανε, λέει "βάλτε το, βρε, εδώ, στις καλόγριες, κλείστε το το κορίτσι, να γίνει άνθρωπος σωστός, ξέρω γω, ήμαν και λίγο ζωηρή εγώ φαίνεται, ε, μ' έφεραν, που λές, εδώ πέρα,
δεν ξέρω πόσα λεφτά ήθελε, σ' 'ενα χρόνο τα δεκαπένετε θα έφευγαν. Ήταν ακριβά.
- Α, τους πλήρωνες;
- (Κα Μαίρη) Ε, βέβαια, γαλλικές. Στη Φράγκων, εκεί. Πάω, που λες, εκεί πέρα μια βδομάδα, σαπάν σακάτ, εκεί στην Αλιστράτη έτσι μιλάν ..., "αχ" λέει "τι ωραία προφορά έχει το κοριτσάκι". Σαπάν, σακάτ σαν τον Καραμανλή. Το κοριτσάκι, λέει, έχει πολύ καλή προφορά, λέει... Τέλος πάντων μια βδομάδα, ύστερα τι σκέφτηκαν, σου λέει θα δώσουμε όλα τα λεφτά να το σπουδάσουμε κι ύστερα πώς θα την παντρέψουμε, πώς θα την κάνουμε, και με παίρνουν, που λες, πίσω στο χωριό και τελείωσε η καριέρα.

- Σ' 'αρεσε εδώ.
- (Κα Μαίρη) Ε, μ' άρεσε. Γιατί άσχημα ήταν; Και σε μια βδομάδα, που λες, με πήραν.
- ΄Ηταν καλή εμπειρία δηλαδή αυτή.
- (Κα Μαίρη) Καλή ήταν, καλή ήταν. Ε, λίγο ήταν, πόσο. Και με πήραν, που λες, για να μη φαγωθούν τα λεφτα. Ύστερα τα κρατούσαμε τα λεφτά εκεί πέρα, άλλος ήθελε να πάρει κάρο, άλλος ήθελε... Όχι τά 'δωσαν πάλι, αλλά όλοι φτώχεια με το τσουβάλι. Κείνα τα χρόνια, τι να σας πω παιδιά, αααχ. Η γιαγιά μου έπαιρνε ένα αβγό στην τσέπη της και πήγαινε να πάρει αυτό, σπίρτα. Χρήμα δεν υπήρχε. 'Οταν περίμεναν... και μάλιστα όταν την είπα "γιαγιά βρήκα ένα σωφέρ" λέω "θα πάρω", "ντα χτάω το σωφέρ" λέει "έναν χασάπη δεν πήρες" . Αγαπούσε πολύ το κρέας. Πάρα πολύ αγαπούσε το κρέας η γιαγιά μου.
- Με τη μουσική, είπες, διασκέδαζες. Χαιρόσουν να την ακούς. Τώρα σ' αυτή την ηλικία που είσαι τι κάνεις με το τραγούδι.
- (Κα Μαίρη) Πάλι μ' ενθουσιάζει.
- Όταν είσαι μόνη σου, ακούς, παράδειγμα;
- (Κα Μαίρη) Πως δεν ακούω. Το βράδυ, όταν έχω αϋπνία, όλο μουσική ακούω. Ραδιόφωνο. Έχω το ραδιόφωνο. Γιατί κουράζονται και τα μάτια στην τηλεόραση. Εν τω μεταξύ, τώρα που πηγαίναμε στο ΚΑΠΙ, χορεύαμε κιόλας. Εγώ... τραγουδούσε η ορχήστρα. Κι εμείς συνοδεύαμε, όσα ξέραμε δηλαδή. Αλλά τώρα να σου πω ένα τραγούδι ολόκληρο δεν ξέρω. Κάτι... δεν ξέρω. Κάτι άρχισε να χάνεται.
- Άρα δηλαδή και τώρα μουσική ακούς. Τραγούδια. Πες μου ένα τραγούδι που σ' αρέσει τώρα.
- (Κα Μαίρη) Τώρα;
- Ναι. Τώρα που κάθεσαι κι ακούς και σ' αρέσει.
- Έναν τραγουδιστή. Ποιος τραγουδιστής σ' αρέσει;
- (Κα Μαίρη) Τραγουδιστές, όλοι μ' αρέσουν. Ο Πάνος... ο Πάνος λέω, πως τον λεν μωρέ; Ο Γαϊτάνος. Μ' αρέσει εκείνα τα μουσικά που λέει, τα εκκλησιαστικά, άλλος ποιος μ' αρέσει, ποιος μ' αρέσει πιο πολύ; Προχθές ποιον ακουγάμε και μ' άρεζε;
- Ο Νταλάρας, ξέρω γω...
-(Κα Μαίρη) Ο Νταλάρας καλά είναι ο πρώτος. Αυτόν τον άκουγα πριν πολλά χρόνια. Τώρα δεν τον πολυακούω κιόλας. Δεν έρχονται στο μυαλό μου, άμα τους δω, τους θυμάμαι.
- Αν σου έλεγα να πεις μ' ένα... μπορεί να μη θυμάσαι ακριβώς, αλλά να μου πεις μ' ένα τραγούδι τη ζωή σου. Πώς θα την περιέγραφες, δηλαδή, τη ζωή σου. Ένα ευχάριστο τραγούδι; Ένα λυπητερό τραγούδι;
- (Κα Μαίρη) Απ' όλη την ποικιλία έχει μέσα. Γιατί, ξέρεις τι; Εγώ είμαι και τυχερή. Πουλούσαμε λαχεία. Πουλούσαμε κι εφημερίδες. Εγώ, σα μικρό κοριτσάκι, περνούσα και μοίραζα αυτά τα... σε ορισμένα μαγαζιά. Περνάω απ' τον έναν τον θείο μου. Τρεις θείοι μάλλον στη σειρά ήτανε. "Άντε κορίτσι μου". Ο ένας μάλιστα με έδιωξε κιόλας. "Άδειασέ μας τη γωνιά" σα να είπε. Πηγαίνω, που λες, στην κυρα - Ελπίδα. Ένα μικρό καφενείο. Αυτό ήταν... Ύστερα έγινε μεγάλο κέντρο που σας έλεγα. Ήταν ένα με κιρπίτσια. Ξέρετε τα κιρπίτσια; Αυτά τα πληθιά που λένε, μωρέ. Τα χωματένια τα αυτά. Ένα σπιτάκι τέτοιο είχε η γυναίκα και τέσσερα παιδιά. Κι ένα μαγαζάκι μικρό. "Θεία Ελπίδα, σ' έφερα λαχεία κι εφημερίδα. Ένα δεκάρικο ήταν τότε. Δυόμιση... Αυτή, που λες, "άσ' την εφημερίδα και δύο λαχεία και φύγουνε". Εγώ την λέω...αφήνω, που λες, ήταν τα τελευταία κιόλας, τετράδα. Τ' αφήνω και φεύγω. "Έλα αφορισμένη ...", ξέρω γω τι, λέω να με πει μπράβο ο μπαμπάς μου που τα πούλησα. Τα τελευταία, βρε. Αν έμεναν σε μας, θά έμεναν σε μας. Τέλος πάντων. Τυχερά του καθενός. Πάω που λες την άλλη μέρα να πάω την εφημερίδα, από μακριά, "έλα, έλα πάρε τ' αυτά". Ύστερα τη λέει ο άντρας της. "Άστο το κορίτσι, μωρέ. Μπορεί να είναι τυχερό" τη λέει. "Άστο, τώρα τα πήραμε. Μην τα δίνεις πίσω". Και τα κράτησαν. Πήγα την εφημερίδα ύστερα, ε, μετά δυο μέρες γίνεται η κλήρωση, σαράντα χιλιάρκα. Κερδίζει σαράντα χιλιάρκα. Αλλά χαλάλι της, το πόσο το ευχαριστήθηκα δε λέγεται. Ούτε τα εισιτήρια είχε να πάει στη Δράμα να πληρωθεί η γυναίκα. Τόσο φτώχεια είχε. Σε λέω. Ναι.
- Γι αυτό σε λεν ότι είσαι τυχερή εσύ και ότι έχεις καλή αύρα, ε;
- (Κα Μαίρη) Όχι, στις εκδρομές που πάω κι έρχομαι τώρα, όλες φιληνάδες μου γίνονται. Και που λες, έρχεται ο γιος της κυρα - Ελπίδας, λέει " κύριε - Λάζαρε" λέει "κέρδισαμε εμείς το λαχείο και θα... Αααα" χάρηκαμε κι εμείς. Μένα με πήραν ένα φόρεμα, το μπαμπά μου τον έδωσαν... ο μπαμπάς μου τους έδωσε τα εισιτήρια, πήγαν να πάρουν τα χρήματα... είχε πέντε παιδιά αυτή. Τρία αγόρια και δυο κορίτσια. Και είχε και φτώχεια, μια παχουλή γυναίκα ήταν, και ύστερα συγχωρέθηκε. Κι αυτή, πέρασαν τα χρόνια. Τότε ήταν στη δικιά μου την ηλικία. Ναι. Την έφερα γούρι. Και ύστερα όλοι με είχαν πού και πού.
- Μπράβο. Πολύ ωραία. Άρα είπες ότι όλα τα είδη του τραγουδιού ταιριάζουν στη ζωή σου.
- (Κα Μαίρη) Όλα ταιριάζουν. Και τα καλά και τα κακά. Τώρα κοίταξε να δείτε. Αυτή την εποχή είμαι, δόξα τω θεω, πολύ καλά. Δοξάζω το Θεό. Τώρα μου συνέβη κι αυτό, δεν πειράζει. Θα περάσει κι αυτό με τη θέληση του Θεού. Αλλά δεν έχω παράπονο πάλι. Άς δούλεψα, ας έκανα. Δεν πειράζει. Με τά 'δωσε ο Θεός μαζωμένα. Και καλοσύνες έκανα, και αυτά έκανα, ολόκληρο σπίτι μου χάρισε η μητριά μου στην Αθήνα. Έχω, δηλαδή με τ' ανταποδίδει αμέσως ο Θεός. Έχω πίστη μέσα μου. Με προστάτεψε. Η Παναγίτσα. Μπορεί να με την πήρε τη μάνα μου νωρίς... Πέρασα κι εγώ. Ποιος δεν περνάει, μωρέ, δε βαριέσαι, άντε . Ας έχουμε καλά γεράματα τώρα. Εκείνα ξεχάστηκαν, κορίτσι μου.

- ΄Ετσι είναι. Έτσι είναι. Τώρα αισθάνεσαι ότι είσαι στα καλύτερά σου.
-(Κα Μαίρη) Τώρα είμαι... Δεν υπάρχει καλύτερα. Δόξα τω θεώ. Το φαΐ μ' έχω, το ψωμί μ' έχω, το σπίτι μ' έχω, τη σύνταξή μ' έχω, το μαγαζί μ' νοικιάζω. Όλα καλά. Όλα καλά. Δόξα τω θεώ.
- Παιδιά εγγόνια έκανες, καλά παιδιά.
- (Κα Μαίρη) Ναι. Ναι. Αυτό είναι. Μ' έχουν που και που. Ο γιος μου μ' αγαπάει, με λατρεύει...Τι να κάνουμε.
- Ωραία. Θά 'θελες έτσι να μας πείς κάτι δικό σου; Για σένα. Να μας αφιερώσεις δηλαδή κάτι;
- (Κα Μαίρη) Με δώσατε μεγάλη χαρά που...
- Που μας μίλησες
- (Κα Μαίρη) Ναι. Όλο το παρελθόν μου...
- Είναι κάτι που θέλεις να μας το πείς και δε μας το είπες μέχρι τώρα; Είτε απ' τα παιδικά σου χρόνια είτε από τα χρόνια με τον άντρα σου είτε μετά είναι κάτι που ήθελες να μας το πεις και δε μας το είπες μέχρι τώρα;
- Η Ιωάννα μας λέει ότι... είπε δηλαδή κάποια στιγμή ότι...
- (Κα Μαίρη) Πες, πες γιατί κι εγώ ξεχνάω.
- Η γιαγιά μου είχε ταλέντο να γίνει ηθοποιός και γι' αυτό και γω ακολούθησα αυτό το...
- (Κα Μαίρη) Ακριβώς. Είχα ταλέντο για να γίνω. Εμένα, σε λέω, oι συνθήκες με έκαναν και αδικήθηκα.
- Τι να κάνεις, ήταν τα χρόνια δύσκολα. Τώρα όμως καμαρώνεις την εγγόνα σου. Και κείνη σ' αγαπάει πολύ και είναι πολύ περήφανη για σένα.
- (Κα Μαίρη) Α, εκείνη στα ύψη μ' έχει. Τη λέω " προσγειώσου, γιατί εγώ γέρασα." Όχι, πάλι καλά είμαι, μωρέ. Αυτή η πίεση με σακάτεψε.
- Εντάξει, τώρα έτυχε. Είναι απ' τα φάρμακα.
- (Κα Μαίρη) ΄Οχι, υγιέστατη είμαι. Δεν έχω τίποτα.
- Στα ΚΑΠΙ, τώρα που θα στρώσει ο καιρός, να γλέντια και τραγούδια.
- (Κα Μαίρη) Άλλο δεν πάω.
- Γιατί να μην πας;
- (Κα Μαίρη) Να, πάω εδώ στον Αχιλλέα, πίνω ένα καφεδάκι, εκεί πέρα μαζεύονται...
- Για εκεί, στον Αχιλλέα, τι κάνετε; Τραγουδάτε; Χορεύετε; Τι κάνετε στον Αχιλλέα;
- (Κα Μαίρη) Ναι, χορεύουμε· δεν έχει μέρος να καθήσεις στον Αχιλλέα. Δεν πήγατε εκεί εσείς;
- Πήγαμε, πήγαμε.
- Έρχονται κι άλλες, φίλες σου...
- (Κα Μαίρη) Έρχονται. Απ' την εκκλησία μόλις σχολάσουν, πάμε εκεί, μαζευόμαστε... Ότι ώρα θέλω εγώ· δυο βήματα είναι από δω πέρα. Δεν περιμένω και άλλες· και μόνη μου πάω.
- Εγώ φαντάζομαι ότι έλεγες κι ανέκδοτα.
- (Κα Μαίρη) Ο γιος μου έλεγε ανέκδοτα. Εγώ δε λέω.
- Σε βλέπω έτσι...
- (Κα Μαίρη) ΄Οχι. Όχι. Κοίταξε, στα νιάτα μου όλα τά 'κανα. Τώρα, παιδί μου, όσο περνάν τα χρόνια, κουρκουτιάζει το μυαλό. Μη νομίζεις.Και τώρα αυτή η βδομάδα ήταν... Πάλι καλά που σας μίλησα και τόσο. Γιατί εγώ ήμουνα...
- Δεν ήσουνα καλά.
- (Κα Μαίρη) Ναι. Και στεναχωριόμουνα κιόλας που σας έφερνα όλο αναβολές, αναβολές... Λέω τη Λίλη "φέρτες εδώ" λέω, μήπως πηγαίνω τουαλέτα· να μην ενοχλώ κι εκεί, ανέβα - κατέβα τις σκάλες· ενώ εδώ πιο οικεία, πιο ωραία τα είπαμε. Αν θέλετε πάλι να ρωτήσετε κάτι...
- Α, τίποτα. Τα άλλα που θέλουμε να ρωτήσουμε, είπαμε, ξεσηκώνεσαι εύκολα, μόλις ακούς μουσική και χορεύεις κι αυτά· αυτό μας ενδιαφέρει εμάς, ότι δηλαδή η μουσική σε...
- (Κα Μαίρη) Με ζωντανεύει η μουσική. Εγώ και τη νύχτα, καλέ, σας λέω, αφού, μόλις κλείσει η τηλεόραση και δε μπορώ να κοιμηθώ, βάζω τραγουδάκια, ακούω. Πότε ακούω και ποδοσφαιρικά κι απ' όλα. Είμαι παντός καιρού.
- Αν σου έλεγα να μου πεις τη μουσική μ' ένα χρώμα. Ποιο χρώμα θα της έδινες;
- (Κα Μαίρη) Μ' αρέσει η απαλή μουσική. Δε μ' αρέσουν τα... Κοίταξε, καμιά φορά και τα κλαρίνα μ' ενθουσιάζουν. Όλα μ' ενθουσιάζουν. Ανάλογα τη διάθεση που έχεις.
- Αλλά συνήθως, όταν ακούς εδώ στο σπίτι,...
- (Κα Μαίρη) Απαλή μουσική θέλω.
- Θέλεις απαλή μουσική.
- (Κα Μαίρη) Απαλή μουσική θέλω. Δε θέλω πολύ έντονα.
- Άμα είσαι στεναχωρημένη, ακούς μουσική κα Μαίρη;
- (Κα Μαίρη) Κοίταξε, πάντα ακούω, γιατί εκείνο σε κάνει και ξεχνάς. Εγώ δεν αφήνω τον εαυτό μου να παρασυρθεί. Και μόλις ενοχληθώ και πολύ, πηγαίνω και μια βόλτα μέχρι πέρα, εκατό γνωστούς έχω. Επειδή είχα το μαγαζί, με ξέρουν. Σαράντα χρόνια μαγαζί είχα εδωπέρα. Τι κάνεις; Πας να πεις το δικό σου, βρίσκεις τα χειρότερα. Λες καλά είμαι εγώ.
- Ευχαριστούμε πάρα πολύ, κα Μαίρη
- (Κα Μαίρη) Άμα θυμηθείτε τίποτα και θέλετε...
- Και συ, άμα θέλεις τίποτα να μας πεις ξανά, ξέρω γω, καμιά ιστορία, εμένα θά 'θελα πιο πολύ να μου πεις πώς ένιωσες, όταν ήρθες στη Σαλονίκη. Πόσο εύκολο ήταν να προσαρμοστείς στη Θεσσαλονίκη.
- (Κα Μαίρη) Α, προσαρμόστηκα. Δεν είχα πρόβλημα. Ε, κοίταξε λίγο στο μαγαζί, ώσπου να πιάσω την πελατεία, ώσπου να με γνωρίσει ο κόσμος, λίγο έτσι είχα μια αυτή, αλλά δεν είχα και τόσο πολύ οικονομικό πρόβλημα εκείνο τον καιρό για να...
- Πιεστείς.
- Πάντως πιστεύω ότι ο πατέρας σου σε έμπασε στη ζωή.
- (Κα Μαίρη) Καλέ, από οχτώ χρονώ, μη σε πω από έξι, ήμουνα σε μαγαζί μέσα.
- Σε είχε κοντά του, δηλαδή, και τον βοηθούσες.
- (Κα Μαίρη) Ναι, βοηθούσα . Α, τώρα θα σας πω κι ένα άλλο περιστατικό. Έχουν περιέργεια τα παιδιά. Κάνει να το πω άραγε;
- Κάνει, κάνει. Όλα κάνει.
- (Κα Μαίρη) Λοιπόν. Ερχόταν ένας φίλος του, ο μπαμπάς μου κατέβαζε από πάνω. "Μπαμπά, τι τον έδωσες;" "Τίποτα". Τίποτα, τίποτα, μια φορά όμως πήγε στη Δράμα, το παίρνω γω, ανεβαίνω απάνω, το βλέπω, λέω "αυτό τι πράμα είναι; Ούτε μπαλόνι είναι ούτε τίποτα".
- Προφυλακτικό.
- (Κα Μαίρη) Ναι. Ένα αγοράκι είχε μαγαζί κι εκείνος, λέω "Σάκη, τι είναι αυτό ρε;" "Α" λέει "Δεν ξέρω" λέει "δείξ' το στο μπαρμπα - Θανάση". Ο μπαρμπα - Θανάσης, ένας σοβαρός κύριος, υφάσματα πουλούσε, πάω " μπαρμπα Θανάση, τι είναι αυτό;" " τδδδδ" . Τ' αρπάζω απ' τα χέρια του, που λες, ο μπαμπάς δικαστήριο. "Δε θα ξαναπειράξεις ψηλά πράματα." Τέλος πάντων. "Να τρως σοκολατάκια, πράματα, ότι θέλεις. Και δε θα παίρνεις κρυφά". Άμα τα παιδιά πρέπει να κάνουν και κρυφά. Όπως είχα τη φανελίτσα, σοκολατάκια γυμνά, κάτι σαν...
- Ναι, ναι τις "μαργαρίτες". Τέλειες.
- (Κα Μαίρη) Παίρνω τις "μαργαρίτες" αυτές, σκέφτηκα ότι θα λιώσουν μέσα στο στήθος, και που λες να γίνει το μπλουζάκι...
- Σοκολάτα
- (Κα Μαίρη) ΄Εφαγα ένα μερεμέτ'. Ξύλο έφαγα πολύ. Ήμουν ζωηρή. Ανέβαινα στα δένδρα, τα πουλάκια να πιάνω τις φωλιές και τ' αυτά.
- Και γι αυτό μετά "ανέβηκα να τραγουδήσω στο πιο ψηλότερο βουνό".
- (Κα Μαίρη) Ναι. Ναι. Αυτό πια με ανακούφιζε, το τραγούδι, πολύ.
- Και πάντα πήγαινες σε ύψωμα και το τραγουδούσες.
- (Κα Μαίρη) Ψηλό. Το σπίτι ήταν χαμηλά, εμείς ανεβαίναμε .
.. Φυσικά ο Γρανίτης όλο βουνά είναι. Κι ανέβαινα... είχε ωραίο κλίμα. Τα παιδιά μου υγιεινά μεγάλωσαν εκεί μέχρι οχτώ χρονών, δέκα... όχι δέκα, οχτώ. Και είχε καλό κλίμα. Είχαμε το γαλατάκι μας, είχαμε το γιαουρτάκι μας, το τυρί μας, βούτυρο. Και ήταν υγιεινές τροφές. Τουρσια, αυτά...
- Και μετά γιατί φύγατε και ήρθατε εδώ;
- (Κα Μαίρη) Γιατί ύστερα επαίρναμε δάνειο κι αγοράζαμε μουσχάρια και, όταν τα πουλούσαμε, ίσα - ίσα την τράπεζα ξοφλούσαμε. Εμάς μας έμενε η κοπριά. Και μετά φύγαμε και ήρθαμε, στα Κερδύλια θα άνοιγαν ένα εργοστάσιο λιπασμάτων, τότε επί Καραμανλή, και μετά ανεβλήθη, αλλά εμείς με το εργοστάσιο ξεκινήσαμε. Και είχε μια θεία ο άνδρας μου εκεί πέρα, λέει "άμα θέλετε, ελάτε ν' ανοίξετε μαγαζί εδώ πέρα. Τώρα θα γίνει εργοστάσιο. Θα έχει δουλειά". Και πήγαμε που λες εκεί, ανοίξαμε ένα μαγαζάκι μικρό, και.. ο άντρας μου δούλευε ακόμα τότε στο μεταλλείο. Γεωτρυπανιστής. Και ύστερα, που λέτε, δεν έγινε το εργοστάσιο. Αλλά ο άνδρας μου ήρθε ύστερα εκεί, εγώ με τρία παιδιά μικρά, και απ' τη νύχτα ως τη νύχτα πήγαινε. Αλλά ότι ζητούσα απ' τον άνδρα μου μετά, από βραδύς του έλεγα δεν έχω πλυντήριο, ξερω γώ, θα πήγαινε να φέρει. Ότι ζητούσα.
- Σ' αγαπούσε όμως. Σ' αγαπούσε.
- (Κα Μαίρη) Ναι. Πήγαμε σ' ένα μαγαζί να ψωνίσουμε τότε, επειδή ψάρια είχαμε πολλά, "τι θα πάρουμε γυναίκα;" "ψηστιέρα θέλουμε". Πήραμε την ψηστιέρα, "τι θα πάρουμε άλλο;" Αυτός ήταν του πάρε όλο. "Τι λες, ρε Γιάννη" λέω, "σπίτι δεν έχουμε να κάτσουμε, θα πάρουμε κι άλλο; Αυτό μας χρειάζεται απαραίτητα, για να προλαβαίνω κι εγώ να κάνω τη δουλειά μου". Και η πωλήτρια έκανε το σταυρό της. " Πρώτη φορά βλέπω γυναίκα να μη θέλει. Ο άντρας της να την παίρνει κι αυτή να μη θέλει". Λέω "όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος".
- Κα Μαίρη, όταν η Ιωάννα είπε ότι θ' ασχοληθεί με το θέατρο, χάρηκες;
- (Κα Μαίρη) Ε,να σου πω, χάρηκα, γιατί ότι θέλει ο καθένας κάνει. Άμα τα καταφέρει...
- Δεν είδες τον εαυτό σου εκεί, δηλαδή;
- (Κα Μαίρη) Ε, εγώ, κοίταξε, το ξεπέρασα. Δεν είχαμε τόσες πολλές απαιτήσεις. Είχαμε κι εμείς τα όνειρά μας στα νιάτα μας, αλλά δεν είχαμε τ' απαιτούμενα. Ούτε να φάμε είχαμε τότε κι εσύ.
- Η Ιωάννα κάνει αγώνα
- (Κα Μαίρη) Κάνει. Κάνει. Κουράζεται πολύ. Για να δούμε. Κι εγώ πήγα τότε μαζί της, έπαιξα στο αυτό για να την βοηθήσω.
- Έπαιξες μαζί με την Ιωάννα;
- (Κα Μαίρη) Βέβαια.
- Για πες, τι ήταν αυτό.
- (Κα Μαίρη) Α, δυο λέξεις είπα κι εσύ. Έτσι ακριβώς. Συνέντευξη με πήρανε. Τρία λεφτά ήταν όλο το αυτό, αλλά έδωσα την παρουσία μου εκεί πέρα. Και την πέρασαν. Εικοσιτέσσερα γκρουπ ήτανε και πήρανε τα έξι.
- Πού ήταν αυτό;
- (Κα Μαίρη) Στη σχολή σκηνοθετών.
- (Ερώτηση προς την κόρη της κας Μαίρης) Εσύ θυμάσαι τη μαμά να τραγουδάει;
- (Κόρη της κας Μαίρης) Όχι. Τη θυμάμαι στη σκάφη να πλένει ρούχα, στο μαγαζί να είναι, να κλείνει το μεσημέρι μισή ώρα, να παίρνει κάτι απ' το μπακάλικο να 'ρχεται γρήγορα - γρήγορα για να φάμε και να ξαναγυρίσει, τέτοια θυμάμαι, αλλά τραγούδια δεν ερχόταν σειρά.
- Δεν προλάβαινε η καημένη.
- (Κόρη της κας Μαίρης) Τα τραγούδια όχι.
- Ευχαριστούμε πάρα πολύ.
- (Κόρη της κας Μαίρης) Τα γλυκά σας να φάτε.
- (κα Μαίρη) Τα γλυκά ακόμα εδώ είναι;
- Θα τα φάμε τα γλυκά μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου